Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Μια φορά κι ένα όνειρο



Ο Ορφέας είχε πάει μια βόλτα στον Άδη.  Ήθελε να μαγέψει και τους νεκρούς με τις μελωδίες του. Ήταν όμορφες οι μέρες στην κόλαση. Ήταν όμορφη η Ευρυδίκη.

Τους άκουγα να ανταλλάσσουν λέξεις όσο εκείνη βυθίζονταν στα σκοτάδια της. Η Ευρυδίκη τον αγαπούσε τον χαμό της. Ο Ορφέας μισούσε τους κολασμένους. Μισούσε και την Ευρυδίκη που χάθηκε χωρίς να πει τίποτα στους ανθρώπους του φωτός.


-Υποκρίτρια!

-Κι εσύ

-Κι εγώ

-Φεύγω.

-Πάλι;


Tις μέρες χάριζα τα μαλλιά μου στον αέρα. Ήθελα να πιστεύω ότι δεν υπάρχω. Όλα ήταν έτσι πιο εύκολα. Κυλούσαν οι μέρες μακριά απ τα τραγούδια του Ορφέα. Με μάζευαν οι νύχτες σαν νερό απ τις γιγαντιαίες χούφτες τους. Κι εγώ συνέχεια μίκραινα. Και έφευγα. Μου άρεσε να φεύγω.
Τις μισούσα τις βροχές. Μια αναπνοή παραπάνω απ’ ό,τι τον χρόνο. Δυο αναπνοές λιγότερες απ ό,τι εσένα. Όσο θυμάσαι, αν θυμάσαι.



Εγώ που με ξέρεις. Αν με ξέρεις.”



-Μην θυμώνεις, δεν σε ξεχνάω.

-Ποτέ δεν σε ξέχασα.

-Ποτέ δεν με ξέχασα.

-Σε μια γραμμή στημένοι θα κλαίμε για τα λάθη μας.

-Τα δικά σου λάθη.

-Που γίνανε δικά μας.

-Που γίνανε καταστροφές

-Που έγιναν η καταστροφή σου.


-Το νερό στο ποτήρι σου εξατμίζεται ευκολότερα απ’ ότι νόμιζες. Δεν θα μείνω εκεί για πάντα αν μ’ αφήνεις να καίγομαι κάτω απ τη σιωπή σου.
-Αν ήξερες μόνο.
-Αν με άφηνες να γνωρίσω κάτι παραπάνω απ τις καταραμένες μελωδίες σου.
-Οι φωνές σου ήταν καταραμένες. Δεν μ αφήνανε να κοιμηθώ στην άγνοιά μου.
-Για μένα κατέβηκες ή για τις φωνές μου;
-Για τις δικές μου φωνές. Μου έπνιγαν τη νύχτα, δεν είχα άλλη επιλογή. Ήθελα να ζήσει για να μου λέει ιστορίες που ξέχασες.

Ο Ορφέας ξέχασε τη λογική του στον κάτω κόσμο μαζί με την Ευρυδίκη.
Μαζί, του προξενούσαν εφιάλτες για περιπάτους στους νεκρούς. Τους έδειχναν εικόνες οι μελωδίες του. Τους έδειχναν την κατάντια σας. Νεκροί είστε όλοι σας.

-Αν με άφηνες μόνο να ζήσω λίγο παραπάνω απ τις ηλίθιες αναμνήσεις σου.
-Αν μπορούσες μόνο να έχεις λίγη παραπάνω ζωή απ’ τις δικές σου αναμνήσεις.
-Ίσως υπήρχα.
-Ίσως έτσι μπορούσα να σε σκοτώσω μια και καλή. Χωρίς να χορεύεις με την ψυχή μου. Χωρίς να τρέφεσαι απ τις σκέψεις μου.
-Χωρίς να κρατάς τον εαυτό μου.

Η Ευρυδίκη τα κατάφερε και γύρισε κρυφά πίσω, στο φως. Ο Ορφέας αφού κουράστηκε να ταλαιπωρεί τις χαμένες ψυχές, κάθισε να ακούσει τα παρακάλια και τους θρήνους τους. Τις πρόσεχε ευλαβικά κάθε μέρα, για να μην φύγουν. Όσες τολμούσαν να πάρουν το δρόμο του γυρισμού κέρδιζαν το δικαίωμα να ξεκουραστούν μακριά απ τα πόδια τους. Ήταν κοφτερές οι νότες του Ορφέα. Έτσι και οι μελωδίες ταξίδευαν στους δύο κόσμους και άφηναν παντού χνάρια απο παλιά σακατέματα του αφέντη τους. Τα κουβαλάν και σήμερα πολλοί άνθρωποι και η Ευρυδίκη όταν τους βλέπει, γελάει και χάνεται. Πάντα χάνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου