Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Άνοιξη.



Αύριο θα βγω και θα αρπάξω μια νύχτα
Θα την τσαλακώσω άτσαλα και θα τη βάλω κλεφτά στην τσέπη μου.


Δεν πειράζει.


Αυριο θα βγω με το χρόνο.
Θα τον κρατάω αγκαλιά και θα τον ρωτάω επίμονα αν θυμάται τίποτα απο αυτά που ξέχασα.


Με πειράζει.


Αυριο θα βγω και θα μαζέψω μία μέρα
Θα λυγίσω απαλά το κλωναράκι της και θα το σπασω μέχρι να φτύσει όλη τη ζωή απο μέσα της.


Δεν πειράζει


Αύριο θα κρεμάσω στον τοίχο δύο ανάσες.
Θα τις κρατήσω προσεκτικά και θα παρατηρώ πως εξατμίζονται στο θράσος μου.


Με πειράζει


Αύριο θα βγω και θα φυσάω τους χάρτινους ανθρώπους.
Θα τραβάω με μανία τις σκισμένες ψυχές τους και θα τις στέλνω για ανακύκλωση.


Δεν πειράζουν οι ψυχές.


Αύριο να μην ψάχνεις το εγώ σου έγινε σερπαντίνα.
Θα το κρατήσω σε ένα ξύλινο κουτί και θα το βγάζω μονο τις απόκριες


Με πειράζουν οι απόκριες.
Με ενοχλεί το εγώ σου.

Αύριο θα κοιτάζω τις γραμμούλες πάνω στα χέρια.
Θα τις μετρήσω μία μία. Συνέχεια θα τις μετράω.


Με ενοχλούν οι αριθμοί.
Με εκνευρίζουν οι μορφές σου τις απόκριες.



Αλλάζουν οι γραμμούλες εύκολα.
Αύριο θα πάω και τις σβήσω. Αν προλάβω. Να προλάβω. 

Αλλάζουν εύκολα οι μνήμες.
Αν ξεχάσω. Να ξεχάσω.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Δέκα και πίσω




Ήθελε μόνο να μου πει την ιστορία της. Ο Ν. μου λέει συχνά ιστορίες για τον κόσμο.

                                                                                                                  
«Ξέρεις ακόμα με στοιχειώνουν οι μέρες που ξεχνούσα.

Ξεχνούσα να επιπλέω στις μικρές αλήθειες σου. Πολύ μικρές αλήθειες για να κρατήσουν τους κινδύνους μου.

Δεν αξίζουν τους μεγάλους πνιγμούς


Μετράω  τις μέρες σε σελίδες.
Σε μετράω σε γράμματα.
Όσο περισσότερα  σβήνω, τόσες καινούριες πλευρές σου εμφανίζονται. Και πάλι απ την αρχή. Εξαφανίζεσαι και εμφανίζεσαι πάλι με τα καλοκαίρια.


Ήξερα κάποτε έναν άνθρωπο που ήθελε να ταξιδεύει.
Εξερευνούσε κάθε γωνία των ψυχών που συναντούσε.
Έγδυνε με κραυγές τις συνειδήσεις και τις σκέπαζε με τα νύχια του.


«Πάντα καλά ακονισμένα, μην ανησυχεις.»
Αλλιως δεν λέγονται οι ιστορίες.


Σε θυμάμαι να ψιθυρίζεις στην απάθειά μου.
«Κάθε τι που προστατεύεις παγώνει και μένει πίσω στο χρόνο. Ξεχνιέται»
Ξεχνούσα.


Ξέρεις, με εκνευρίζουν οι εαυτοί σου.
Μικρά κυκλοθυμικά πλασματάκια.


Τσιρίζουν κάτω απ τη βροχή και αλλάζουν δέρματα για να αποφύγουν την καταστροφή τους.

Λιώνουν.


Με εκνευρίζουν οι λέξεις.
Ανόητα στόματα με περιθώριο ζωής μιας ημέρας. Μετά σκορπίζουν



Ξαπλώνουν οικειωθελώς στα πατώματα και ποδοπατιούνται σαν μυρμύγκια απ τη βλακεία σου.


Δεν θέλω να θυμάσαι εκείνους τους μήνες.


 Μήνες που μάλωνα με τις κλεμμένες στιγμές σου.


Θέλω να θυμάσαι τις μέρες που δεν ήξερες ποιός είμαι.


Πλέον μπορώ μόνο να σου μιλάω για τις ώρες. Για εκείνα τα δευτερόλεπτα  που απελπισμένα καλούσα κοντά μου τις νύχτες να με νανουρίζουν.


Ο ύπνος μου είναι οι πιο όμορφες στιγμές σου

.

Θυμάμαι μόνο να κρατάω κάθε βράδυ άλλο γράμμα. Εχτιζα μέσα μου πυργάκια απο προτάσεις που γκρέμιζα τα πρωινά.


Γινόμουν κενά και σημεία στίξης.
Γινόσουν λευκές τύψεις σε κενές σελίδες.

Δεν είμαι σίγουρος αν ξανάχτιζα εμένα ή εσένα.


Και κάποτε βρέθηκες να στριμώχνεσαι μεταξύ άγνοιας και ειρωνίας
.


Νόμιζα πως μπορούσες να νιώσεις το χιόνι.       
Λευκές νιφάδες που αιωρούνται ανάμεσα σε κόκκινες αυταπάτες.



Ήταν μέρες που έκανες κατάληψη στο μυαλό μου και μετά εξαφανίζόσουν για μέρες παρέα με τις ζωές που ξέχασες καρφιτσωμένες στο κούτελό σου.



 H 4 μου έλεγε μια φορά το μήνα.            «Καίγεσαι όταν αγγίζεις γυμνός τον πάγο.»


Ήθελα μόνο να σου πω οτί τώρα μισώ περισσότερο τον κόσμο που μου έμαθες.



Δε θα μαζέψεις ποτέ όλη τη σκονή. Θα αιωρείται γύρω σου. Θα σου θυμίζει.


Βρώμικα μόρια λαγνείας που μολύνουν τον οργανισμό μου.
Θα αιρείται γύρω μου. Θα σε θυμίζει.



Να ξέρεις το κέρδισα το στοίχημα. Στην τελική ό,τι σκοτώνεις πάλι στη ζωή γυρνάει με το ξημέρωμα.
Όσο με σκοτώνεις πάλι θα ξυπνάω με το ξημέρωμα.



«Στο τέλος να βάζετε ξανα στη θέση τους τα κομμάτια παρακαλώ»

Σειρές απο γράμματα είσαι.


Γράμματα που γίναν αναμνήσεις.
Μνήμες που γκρεμίζονται ευχάριστα.


Μόνο θα θελα να ξέρεις.

Έχω τα κείμενά σου να το ξέρεις. Για σένα μιλάνε. Απο σένα για σένα. Για τις μέρες που μετρούσες τα βήματα σου ως το δέκα.


«Δέκα και πάλι πίσω»


Αν πρόσεχες κάτι παραπάνω απ τα βήματά σου ίσως έβλεπες καλύτερα τον κόσμο.

Ίσως έβλεπες καλύτερο τον κόσμο.


Εσύ και οι ηλίθιοι παραλογισμοί σου.

Εγώ και οι ηλίθιες ψευδαισθήσεις μου.»



Ο Ν τον αγαπάει τον κόσμο. Μισεί μόνο τους ανθρώπους μέσα του.
Και μετά έφυγε. Όπως κάνει πάντα.
Όπως έκανε κι εκείνη.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Ανταλλαγές




Θα σου πω ένα παραμύθι.


Ένα παραμύθι για τις σιωπές που διώχνουνε τον ύπνο.


Θα μείνω να σε κοιτάω για λίγο.
Λίγο μόνο.

Γιατί σε λυπάμαι όπως στέκεσαι ακίνητος μες το κρύο σου.
Και θα στα επιστρέψω όλα όσα μου έμαθες. Ένα ένα. 


Θα σου δώσω ένα απο τ αυτιά μου.

Για να ακούς καλύτερα.
Να ακούς την αλφαβήτα της βροχής.


Θα σου δώσω ένα απο τα μάτια μου.

Για να βλέπεις καλύτερα.
Να βλέπεις τη ζάλη που σου τρώει τα σωθικά όταν κοιμάσαι.


Θα σου δώσω λίγα απ τα μαλλιά μου.

Για να πνίγεσαι καλύτερα μες το χαμό τους.


Θα σου δώσω τα δόντια μου.

Για να μασάς καλύτερα τις τύψεις σου.


Θα σου πάρω τη μιλιά.

Για να αναγνωρίζω τις καλοσύνες σου. Καλύτερα απο σένα.



Θα σου δώσω τα χείλη μου.

Για να με περιμένεις ήσυχος μες τα σκοτάδια.
Σκοτάδια που κολλάνε πάνω σου σαν βδέλλες.



Θα κλέψω το ένα σου χέρι.

Για να στο δίνω μόνο όταν εγώ θέλω να μ’ αγκαλιάζεις.


Θα σου δώσω πέντε λόγους.

Για να τους κάνεις μίσος όταν θες να φεύγεις.


Θα κρατήσω δύο απελπισίες.

Να χω να τις μοιράζομαι με σένα όταν σου μένουν μόνο τα χαμόγελα.


 
Θα σου δώσω τα δύο χέρια μου


Για να πλέκεις παραισθήσεις με ευχές
Να πλέκεις καλύτερα φωνάζοντας τις προσευχές των ξεχασμένων.



Θα σου δώσω και το άλλο μάτι μου.

Για να μην έχεις δικά σου.
Για να μην βλέπεις καθόλου κάτω απ την κόκκινη κουκούλα σου.



Θα σου έλεγα ένα παραμύθι.

Ένα παραμύθι για σένα τον αληθινό
Αλλά είσαι ψεύτικος όπως το παραμύθι μου.

Άλλωστε δεν λένε ποτέ αλήθειες οι σιωπές. 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Exit




‘’
Σε ξεδιψούν οι τύψεις. Έχει πλάκα να τις βλέπεις να λιώνουν μες τους φόβους.

Η Βον λέει όμορφες ιστορίες τις μέρες που κοιμάται. Βαριανασαίνει πάνω τους. 
-Δεν θέλω να τις χάνω. Δεν θέλω να φεύγουν.


 Τις μαγευεί τις ιστορίες της με τ’ οξυγόνο που δεν προλαβαίνει να κρατήσει για την ψυχή της. 

Είναι μικροσκοπική η ψυχή της, μου είπε.

Ο κύριος με το θαλασσί σκουφάκι ακροβατούσε μεταξύ τρέλας και αλήθειας. Δυσκολεύομαι να διακρίνω πότε αυτά ταυτίζονται.


-Τις ξέχασα στο σπίτι τις τύψεις που σου χα κρατημένες.


-Θα έρθω και θα ψάξω.

                       -Θα σε βρω και θα στις δώσω.

           -Όχι όλες, δεν τις αντέχω.

-Δεν σε αντέχω.


Μου τη δίνει να πατάς πάνω στα πόδια μου όταν παλεύω να σταθώ πάνω τους. Σου χα πει μην μ’ εμποδίζεις να περπατάω πάνω στα γυαλιά μου.


-Πως την λένε αυτήν την κυρία;


Κι όσα δεν ξέρεις, δεν θα μάθεις.
Όσα δεν είδα, δεν θέλω να τα δείς. Να τα κοιτάζεις μόνο φευγαλέα, για να μου δίνεις τις εικόνες που πέταξες στα παλιά σου συρτάρια.


-Δεν ξέρω.

- Που πηγαίνει και δεν ξέρεις;


Να μιλάς στους τρελούς που σε κοιτούν στο δρόμο.
Να μιλάς στα τραγούδια που ξέχασες και σε καλούν πίσω σαν σειρήνες. Είναι όμορφες οι σειρήνες.
Είναι γλυκιά η ανάσα τους, μυρίζει μανταρίνι.



Ξεφλουδίζονται οι ψυχές μου είπε μία μέρα η Λένα.

Ξεφλουδίζονται οι άνθρωποι.

Ξεφλουδίζεσαι στους φόβους. Δεν γλιτώνεις, μην τους κρύβεις στη βαλίτσα.


-Θα τα φάνε οι κοριοί και το ξέρεις. Θα τα φάνε οι αποφάσεις και οι αδυναμίες . Θα τα βρούν τα ίχνη σου και θα τα σβήνουν όπως εσύ ξέχασες.


-Όσο εσύ ξεχνούσες.



Κοιμούνται τα ‘μπορώ’ σου, κι όσο ξεκουράζονται μικραίνουν. Μην τα αγνοείς, θέλουν φροντίδα. Ατροφικά πλάσματα της συνειδησής σου σου είναι όλα.


-Τους δαίμονες σου να τους πάρεις πίσω τ’ακους;

-Δεν μπορώ.

-Όλοι δικοί σου είναι

-Δεν θυμάσαι καλά.

-Μου χρωστάς μία παρτίδα σκάκι.



Μέρες που χάριζα τα τέρατα μου. Στα έδινα ένα ένα να τα ξεσκονίσεις κι εσύ φτερνιζόσουν. Κλείσε τα μάτια σου επιτέλους, ξεραίνουν τους πόνους όλη μέρα ανοιχτά. Ξεραίνουν τους καπνούς που βγάζεις απ το στόμα σου. Τους δινουν μορφή και γίνονται άνθρωποι



Κι έτσι φτάσαμε στην ήττα. 

Νύχτες απο παραισθήσεις. Μέρες που ξημέρωναν τα βράδια. Όλα δικά μας ήταν χωρίς να μας ανήκουν.


Σε ήξερα και σε κοιτούσα. Πάλευα με τις αδυναμίες σου για να μην με τυλίξουν,
για να μην με τυλίξεις.


Η αδιαφορία σου, δική μου.


Τα λάθη σου σου δικά μου. Για τις βλακείες  μας εγω φταίω, σου πα να μην τις αφήνεις στο ηλίθιο μπακαλόχαρτο που κρατούσες για να γράφεις τις ζωές σου.



Σφάζεις τις μέρες και τις νύχτες μου χωρίς να ξέρεις το γιατί.


Εναντίον ποιανού έρχεσαι; Αρκετά με τον εαυτό σου.
Με κούρασαν οι μάχες σας


-Πόσο αίμα σου μεινε για να τα παρατήσεις;  
-Όσο οξυγόνο ξοδεύεις τα βράδια για να πνίγεσαι με τα ίδια σου τα χέρια.


Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση.


Με νοιάζουν οι θάλασσες που έχασα στις κόκκινες ιστορίες σου.
Με πειράζουν τα χαμόγελα που πέταξα στην ανακύκλωση για να σου κάνουν κακό.

Ήταν μέρες που κάναμε βόλτες στη μεγάλη πόλη αγκαλιά με τις μεγάλες γκρίνιες. Τις είπα πάρει μαζί μου, δεν ήθελα να στο πω για να μην χάσεις τις ευθύνες σου. 

Τις θέλω τις ευθύνες σου να τις κρατάς για σένα. Αν έχεις μόνο δώσε μου δύο παράπονα γιατί δεν μου περισσεύουν. Οι εαυτοί μας είναι βήματα. Σε χτίζουν και με χτίζουν για να πέσουμε πάλι. Πάντα μαζί πέφταμε θύμασαι;


Στο είχα πει

ό,τι και αν κάνεις, θα καταστρέφω τους εαυτούς μου καλύτερα απο σένα.
Δεν πρόλαβες, έφυγαν τα παραμύθια.


Μένουν δύο ψέματα.

Κάτι δικό μου να με θυμάσαι. 

Δεν μου μεινε τίποτ’ άλλο αληθινό να σου χαρίσω.



Πάρε και τα γονατά μου και δώσε μου τα χείλη σου για να μιλάω.
Θέλω να λέω τις αλήθειες σου που παρέλειψες ν’ αφήσεις για έλεγχο.
Θέλω να μιλάω για τις μέρες που οι κόμποι στο λαιμό σου ήταν δυνατότεροι απ την αυτοεκτίμηση μου.
Θέλω να αφηγούμαι τα παραμυθάκια σου που ήξερες όμορφα να λες μέσα στις ψεύτικες αισθήσεις σου.


Να μη μου λες πως εξαφανίστηκα. 

Δεν θέλω να σε βλέπω γιατί ο χρόνος μιλάει συχνά για σένα και όσο υποχωρείς, φευγούν και οι μέρες απο πάνω μου.

                                                                       Μία μία...

Να μην ξεχάσω...
Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση
Δεν σου χρωστάω καμία απάντηση ούτως ή άλλως. ‘’


Η Ευριδίκη είχε αφήσει τα τελευταία της λόγια δίπλα στη λίμνη που ο Ορφέας γέμιζε με τα παράπονά του.  Μαζί άφηνε και τη λήθη της. Όλη δική του.


Δεν την ξαναείδε απο τότε.

Δεν θα την ξαναδεί.