Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Άνοιξη.



Αύριο θα βγω και θα αρπάξω μια νύχτα
Θα την τσαλακώσω άτσαλα και θα τη βάλω κλεφτά στην τσέπη μου.


Δεν πειράζει.


Αυριο θα βγω με το χρόνο.
Θα τον κρατάω αγκαλιά και θα τον ρωτάω επίμονα αν θυμάται τίποτα απο αυτά που ξέχασα.


Με πειράζει.


Αυριο θα βγω και θα μαζέψω μία μέρα
Θα λυγίσω απαλά το κλωναράκι της και θα το σπασω μέχρι να φτύσει όλη τη ζωή απο μέσα της.


Δεν πειράζει


Αύριο θα κρεμάσω στον τοίχο δύο ανάσες.
Θα τις κρατήσω προσεκτικά και θα παρατηρώ πως εξατμίζονται στο θράσος μου.


Με πειράζει


Αύριο θα βγω και θα φυσάω τους χάρτινους ανθρώπους.
Θα τραβάω με μανία τις σκισμένες ψυχές τους και θα τις στέλνω για ανακύκλωση.


Δεν πειράζουν οι ψυχές.


Αύριο να μην ψάχνεις το εγώ σου έγινε σερπαντίνα.
Θα το κρατήσω σε ένα ξύλινο κουτί και θα το βγάζω μονο τις απόκριες


Με πειράζουν οι απόκριες.
Με ενοχλεί το εγώ σου.

Αύριο θα κοιτάζω τις γραμμούλες πάνω στα χέρια.
Θα τις μετρήσω μία μία. Συνέχεια θα τις μετράω.


Με ενοχλούν οι αριθμοί.
Με εκνευρίζουν οι μορφές σου τις απόκριες.



Αλλάζουν οι γραμμούλες εύκολα.
Αύριο θα πάω και τις σβήσω. Αν προλάβω. Να προλάβω. 

Αλλάζουν εύκολα οι μνήμες.
Αν ξεχάσω. Να ξεχάσω.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Δέκα και πίσω




Ήθελε μόνο να μου πει την ιστορία της. Ο Ν. μου λέει συχνά ιστορίες για τον κόσμο.

                                                                                                                  
«Ξέρεις ακόμα με στοιχειώνουν οι μέρες που ξεχνούσα.

Ξεχνούσα να επιπλέω στις μικρές αλήθειες σου. Πολύ μικρές αλήθειες για να κρατήσουν τους κινδύνους μου.

Δεν αξίζουν τους μεγάλους πνιγμούς


Μετράω  τις μέρες σε σελίδες.
Σε μετράω σε γράμματα.
Όσο περισσότερα  σβήνω, τόσες καινούριες πλευρές σου εμφανίζονται. Και πάλι απ την αρχή. Εξαφανίζεσαι και εμφανίζεσαι πάλι με τα καλοκαίρια.


Ήξερα κάποτε έναν άνθρωπο που ήθελε να ταξιδεύει.
Εξερευνούσε κάθε γωνία των ψυχών που συναντούσε.
Έγδυνε με κραυγές τις συνειδήσεις και τις σκέπαζε με τα νύχια του.


«Πάντα καλά ακονισμένα, μην ανησυχεις.»
Αλλιως δεν λέγονται οι ιστορίες.


Σε θυμάμαι να ψιθυρίζεις στην απάθειά μου.
«Κάθε τι που προστατεύεις παγώνει και μένει πίσω στο χρόνο. Ξεχνιέται»
Ξεχνούσα.


Ξέρεις, με εκνευρίζουν οι εαυτοί σου.
Μικρά κυκλοθυμικά πλασματάκια.


Τσιρίζουν κάτω απ τη βροχή και αλλάζουν δέρματα για να αποφύγουν την καταστροφή τους.

Λιώνουν.


Με εκνευρίζουν οι λέξεις.
Ανόητα στόματα με περιθώριο ζωής μιας ημέρας. Μετά σκορπίζουν



Ξαπλώνουν οικειωθελώς στα πατώματα και ποδοπατιούνται σαν μυρμύγκια απ τη βλακεία σου.


Δεν θέλω να θυμάσαι εκείνους τους μήνες.


 Μήνες που μάλωνα με τις κλεμμένες στιγμές σου.


Θέλω να θυμάσαι τις μέρες που δεν ήξερες ποιός είμαι.


Πλέον μπορώ μόνο να σου μιλάω για τις ώρες. Για εκείνα τα δευτερόλεπτα  που απελπισμένα καλούσα κοντά μου τις νύχτες να με νανουρίζουν.


Ο ύπνος μου είναι οι πιο όμορφες στιγμές σου

.

Θυμάμαι μόνο να κρατάω κάθε βράδυ άλλο γράμμα. Εχτιζα μέσα μου πυργάκια απο προτάσεις που γκρέμιζα τα πρωινά.


Γινόμουν κενά και σημεία στίξης.
Γινόσουν λευκές τύψεις σε κενές σελίδες.

Δεν είμαι σίγουρος αν ξανάχτιζα εμένα ή εσένα.


Και κάποτε βρέθηκες να στριμώχνεσαι μεταξύ άγνοιας και ειρωνίας
.


Νόμιζα πως μπορούσες να νιώσεις το χιόνι.       
Λευκές νιφάδες που αιωρούνται ανάμεσα σε κόκκινες αυταπάτες.



Ήταν μέρες που έκανες κατάληψη στο μυαλό μου και μετά εξαφανίζόσουν για μέρες παρέα με τις ζωές που ξέχασες καρφιτσωμένες στο κούτελό σου.



 H 4 μου έλεγε μια φορά το μήνα.            «Καίγεσαι όταν αγγίζεις γυμνός τον πάγο.»


Ήθελα μόνο να σου πω οτί τώρα μισώ περισσότερο τον κόσμο που μου έμαθες.



Δε θα μαζέψεις ποτέ όλη τη σκονή. Θα αιωρείται γύρω σου. Θα σου θυμίζει.


Βρώμικα μόρια λαγνείας που μολύνουν τον οργανισμό μου.
Θα αιρείται γύρω μου. Θα σε θυμίζει.



Να ξέρεις το κέρδισα το στοίχημα. Στην τελική ό,τι σκοτώνεις πάλι στη ζωή γυρνάει με το ξημέρωμα.
Όσο με σκοτώνεις πάλι θα ξυπνάω με το ξημέρωμα.



«Στο τέλος να βάζετε ξανα στη θέση τους τα κομμάτια παρακαλώ»

Σειρές απο γράμματα είσαι.


Γράμματα που γίναν αναμνήσεις.
Μνήμες που γκρεμίζονται ευχάριστα.


Μόνο θα θελα να ξέρεις.

Έχω τα κείμενά σου να το ξέρεις. Για σένα μιλάνε. Απο σένα για σένα. Για τις μέρες που μετρούσες τα βήματα σου ως το δέκα.


«Δέκα και πάλι πίσω»


Αν πρόσεχες κάτι παραπάνω απ τα βήματά σου ίσως έβλεπες καλύτερα τον κόσμο.

Ίσως έβλεπες καλύτερο τον κόσμο.


Εσύ και οι ηλίθιοι παραλογισμοί σου.

Εγώ και οι ηλίθιες ψευδαισθήσεις μου.»



Ο Ν τον αγαπάει τον κόσμο. Μισεί μόνο τους ανθρώπους μέσα του.
Και μετά έφυγε. Όπως κάνει πάντα.
Όπως έκανε κι εκείνη.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Ανταλλαγές




Θα σου πω ένα παραμύθι.


Ένα παραμύθι για τις σιωπές που διώχνουνε τον ύπνο.


Θα μείνω να σε κοιτάω για λίγο.
Λίγο μόνο.

Γιατί σε λυπάμαι όπως στέκεσαι ακίνητος μες το κρύο σου.
Και θα στα επιστρέψω όλα όσα μου έμαθες. Ένα ένα. 


Θα σου δώσω ένα απο τ αυτιά μου.

Για να ακούς καλύτερα.
Να ακούς την αλφαβήτα της βροχής.


Θα σου δώσω ένα απο τα μάτια μου.

Για να βλέπεις καλύτερα.
Να βλέπεις τη ζάλη που σου τρώει τα σωθικά όταν κοιμάσαι.


Θα σου δώσω λίγα απ τα μαλλιά μου.

Για να πνίγεσαι καλύτερα μες το χαμό τους.


Θα σου δώσω τα δόντια μου.

Για να μασάς καλύτερα τις τύψεις σου.


Θα σου πάρω τη μιλιά.

Για να αναγνωρίζω τις καλοσύνες σου. Καλύτερα απο σένα.



Θα σου δώσω τα χείλη μου.

Για να με περιμένεις ήσυχος μες τα σκοτάδια.
Σκοτάδια που κολλάνε πάνω σου σαν βδέλλες.



Θα κλέψω το ένα σου χέρι.

Για να στο δίνω μόνο όταν εγώ θέλω να μ’ αγκαλιάζεις.


Θα σου δώσω πέντε λόγους.

Για να τους κάνεις μίσος όταν θες να φεύγεις.


Θα κρατήσω δύο απελπισίες.

Να χω να τις μοιράζομαι με σένα όταν σου μένουν μόνο τα χαμόγελα.


 
Θα σου δώσω τα δύο χέρια μου


Για να πλέκεις παραισθήσεις με ευχές
Να πλέκεις καλύτερα φωνάζοντας τις προσευχές των ξεχασμένων.



Θα σου δώσω και το άλλο μάτι μου.

Για να μην έχεις δικά σου.
Για να μην βλέπεις καθόλου κάτω απ την κόκκινη κουκούλα σου.



Θα σου έλεγα ένα παραμύθι.

Ένα παραμύθι για σένα τον αληθινό
Αλλά είσαι ψεύτικος όπως το παραμύθι μου.

Άλλωστε δεν λένε ποτέ αλήθειες οι σιωπές. 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Exit




‘’
Σε ξεδιψούν οι τύψεις. Έχει πλάκα να τις βλέπεις να λιώνουν μες τους φόβους.

Η Βον λέει όμορφες ιστορίες τις μέρες που κοιμάται. Βαριανασαίνει πάνω τους. 
-Δεν θέλω να τις χάνω. Δεν θέλω να φεύγουν.


 Τις μαγευεί τις ιστορίες της με τ’ οξυγόνο που δεν προλαβαίνει να κρατήσει για την ψυχή της. 

Είναι μικροσκοπική η ψυχή της, μου είπε.

Ο κύριος με το θαλασσί σκουφάκι ακροβατούσε μεταξύ τρέλας και αλήθειας. Δυσκολεύομαι να διακρίνω πότε αυτά ταυτίζονται.


-Τις ξέχασα στο σπίτι τις τύψεις που σου χα κρατημένες.


-Θα έρθω και θα ψάξω.

                       -Θα σε βρω και θα στις δώσω.

           -Όχι όλες, δεν τις αντέχω.

-Δεν σε αντέχω.


Μου τη δίνει να πατάς πάνω στα πόδια μου όταν παλεύω να σταθώ πάνω τους. Σου χα πει μην μ’ εμποδίζεις να περπατάω πάνω στα γυαλιά μου.


-Πως την λένε αυτήν την κυρία;


Κι όσα δεν ξέρεις, δεν θα μάθεις.
Όσα δεν είδα, δεν θέλω να τα δείς. Να τα κοιτάζεις μόνο φευγαλέα, για να μου δίνεις τις εικόνες που πέταξες στα παλιά σου συρτάρια.


-Δεν ξέρω.

- Που πηγαίνει και δεν ξέρεις;


Να μιλάς στους τρελούς που σε κοιτούν στο δρόμο.
Να μιλάς στα τραγούδια που ξέχασες και σε καλούν πίσω σαν σειρήνες. Είναι όμορφες οι σειρήνες.
Είναι γλυκιά η ανάσα τους, μυρίζει μανταρίνι.



Ξεφλουδίζονται οι ψυχές μου είπε μία μέρα η Λένα.

Ξεφλουδίζονται οι άνθρωποι.

Ξεφλουδίζεσαι στους φόβους. Δεν γλιτώνεις, μην τους κρύβεις στη βαλίτσα.


-Θα τα φάνε οι κοριοί και το ξέρεις. Θα τα φάνε οι αποφάσεις και οι αδυναμίες . Θα τα βρούν τα ίχνη σου και θα τα σβήνουν όπως εσύ ξέχασες.


-Όσο εσύ ξεχνούσες.



Κοιμούνται τα ‘μπορώ’ σου, κι όσο ξεκουράζονται μικραίνουν. Μην τα αγνοείς, θέλουν φροντίδα. Ατροφικά πλάσματα της συνειδησής σου σου είναι όλα.


-Τους δαίμονες σου να τους πάρεις πίσω τ’ακους;

-Δεν μπορώ.

-Όλοι δικοί σου είναι

-Δεν θυμάσαι καλά.

-Μου χρωστάς μία παρτίδα σκάκι.



Μέρες που χάριζα τα τέρατα μου. Στα έδινα ένα ένα να τα ξεσκονίσεις κι εσύ φτερνιζόσουν. Κλείσε τα μάτια σου επιτέλους, ξεραίνουν τους πόνους όλη μέρα ανοιχτά. Ξεραίνουν τους καπνούς που βγάζεις απ το στόμα σου. Τους δινουν μορφή και γίνονται άνθρωποι



Κι έτσι φτάσαμε στην ήττα. 

Νύχτες απο παραισθήσεις. Μέρες που ξημέρωναν τα βράδια. Όλα δικά μας ήταν χωρίς να μας ανήκουν.


Σε ήξερα και σε κοιτούσα. Πάλευα με τις αδυναμίες σου για να μην με τυλίξουν,
για να μην με τυλίξεις.


Η αδιαφορία σου, δική μου.


Τα λάθη σου σου δικά μου. Για τις βλακείες  μας εγω φταίω, σου πα να μην τις αφήνεις στο ηλίθιο μπακαλόχαρτο που κρατούσες για να γράφεις τις ζωές σου.



Σφάζεις τις μέρες και τις νύχτες μου χωρίς να ξέρεις το γιατί.


Εναντίον ποιανού έρχεσαι; Αρκετά με τον εαυτό σου.
Με κούρασαν οι μάχες σας


-Πόσο αίμα σου μεινε για να τα παρατήσεις;  
-Όσο οξυγόνο ξοδεύεις τα βράδια για να πνίγεσαι με τα ίδια σου τα χέρια.


Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση.


Με νοιάζουν οι θάλασσες που έχασα στις κόκκινες ιστορίες σου.
Με πειράζουν τα χαμόγελα που πέταξα στην ανακύκλωση για να σου κάνουν κακό.

Ήταν μέρες που κάναμε βόλτες στη μεγάλη πόλη αγκαλιά με τις μεγάλες γκρίνιες. Τις είπα πάρει μαζί μου, δεν ήθελα να στο πω για να μην χάσεις τις ευθύνες σου. 

Τις θέλω τις ευθύνες σου να τις κρατάς για σένα. Αν έχεις μόνο δώσε μου δύο παράπονα γιατί δεν μου περισσεύουν. Οι εαυτοί μας είναι βήματα. Σε χτίζουν και με χτίζουν για να πέσουμε πάλι. Πάντα μαζί πέφταμε θύμασαι;


Στο είχα πει

ό,τι και αν κάνεις, θα καταστρέφω τους εαυτούς μου καλύτερα απο σένα.
Δεν πρόλαβες, έφυγαν τα παραμύθια.


Μένουν δύο ψέματα.

Κάτι δικό μου να με θυμάσαι. 

Δεν μου μεινε τίποτ’ άλλο αληθινό να σου χαρίσω.



Πάρε και τα γονατά μου και δώσε μου τα χείλη σου για να μιλάω.
Θέλω να λέω τις αλήθειες σου που παρέλειψες ν’ αφήσεις για έλεγχο.
Θέλω να μιλάω για τις μέρες που οι κόμποι στο λαιμό σου ήταν δυνατότεροι απ την αυτοεκτίμηση μου.
Θέλω να αφηγούμαι τα παραμυθάκια σου που ήξερες όμορφα να λες μέσα στις ψεύτικες αισθήσεις σου.


Να μη μου λες πως εξαφανίστηκα. 

Δεν θέλω να σε βλέπω γιατί ο χρόνος μιλάει συχνά για σένα και όσο υποχωρείς, φευγούν και οι μέρες απο πάνω μου.

                                                                       Μία μία...

Να μην ξεχάσω...
Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση
Δεν σου χρωστάω καμία απάντηση ούτως ή άλλως. ‘’


Η Ευριδίκη είχε αφήσει τα τελευταία της λόγια δίπλα στη λίμνη που ο Ορφέας γέμιζε με τα παράπονά του.  Μαζί άφηνε και τη λήθη της. Όλη δική του.


Δεν την ξαναείδε απο τότε.

Δεν θα την ξαναδεί.


Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Μια φορά κι ένα όνειρο



Ο Ορφέας είχε πάει μια βόλτα στον Άδη.  Ήθελε να μαγέψει και τους νεκρούς με τις μελωδίες του. Ήταν όμορφες οι μέρες στην κόλαση. Ήταν όμορφη η Ευρυδίκη.

Τους άκουγα να ανταλλάσσουν λέξεις όσο εκείνη βυθίζονταν στα σκοτάδια της. Η Ευρυδίκη τον αγαπούσε τον χαμό της. Ο Ορφέας μισούσε τους κολασμένους. Μισούσε και την Ευρυδίκη που χάθηκε χωρίς να πει τίποτα στους ανθρώπους του φωτός.


-Υποκρίτρια!

-Κι εσύ

-Κι εγώ

-Φεύγω.

-Πάλι;


Tις μέρες χάριζα τα μαλλιά μου στον αέρα. Ήθελα να πιστεύω ότι δεν υπάρχω. Όλα ήταν έτσι πιο εύκολα. Κυλούσαν οι μέρες μακριά απ τα τραγούδια του Ορφέα. Με μάζευαν οι νύχτες σαν νερό απ τις γιγαντιαίες χούφτες τους. Κι εγώ συνέχεια μίκραινα. Και έφευγα. Μου άρεσε να φεύγω.
Τις μισούσα τις βροχές. Μια αναπνοή παραπάνω απ’ ό,τι τον χρόνο. Δυο αναπνοές λιγότερες απ ό,τι εσένα. Όσο θυμάσαι, αν θυμάσαι.



Εγώ που με ξέρεις. Αν με ξέρεις.”



-Μην θυμώνεις, δεν σε ξεχνάω.

-Ποτέ δεν σε ξέχασα.

-Ποτέ δεν με ξέχασα.

-Σε μια γραμμή στημένοι θα κλαίμε για τα λάθη μας.

-Τα δικά σου λάθη.

-Που γίνανε δικά μας.

-Που γίνανε καταστροφές

-Που έγιναν η καταστροφή σου.


-Το νερό στο ποτήρι σου εξατμίζεται ευκολότερα απ’ ότι νόμιζες. Δεν θα μείνω εκεί για πάντα αν μ’ αφήνεις να καίγομαι κάτω απ τη σιωπή σου.
-Αν ήξερες μόνο.
-Αν με άφηνες να γνωρίσω κάτι παραπάνω απ τις καταραμένες μελωδίες σου.
-Οι φωνές σου ήταν καταραμένες. Δεν μ αφήνανε να κοιμηθώ στην άγνοιά μου.
-Για μένα κατέβηκες ή για τις φωνές μου;
-Για τις δικές μου φωνές. Μου έπνιγαν τη νύχτα, δεν είχα άλλη επιλογή. Ήθελα να ζήσει για να μου λέει ιστορίες που ξέχασες.

Ο Ορφέας ξέχασε τη λογική του στον κάτω κόσμο μαζί με την Ευρυδίκη.
Μαζί, του προξενούσαν εφιάλτες για περιπάτους στους νεκρούς. Τους έδειχναν εικόνες οι μελωδίες του. Τους έδειχναν την κατάντια σας. Νεκροί είστε όλοι σας.

-Αν με άφηνες μόνο να ζήσω λίγο παραπάνω απ τις ηλίθιες αναμνήσεις σου.
-Αν μπορούσες μόνο να έχεις λίγη παραπάνω ζωή απ’ τις δικές σου αναμνήσεις.
-Ίσως υπήρχα.
-Ίσως έτσι μπορούσα να σε σκοτώσω μια και καλή. Χωρίς να χορεύεις με την ψυχή μου. Χωρίς να τρέφεσαι απ τις σκέψεις μου.
-Χωρίς να κρατάς τον εαυτό μου.

Η Ευρυδίκη τα κατάφερε και γύρισε κρυφά πίσω, στο φως. Ο Ορφέας αφού κουράστηκε να ταλαιπωρεί τις χαμένες ψυχές, κάθισε να ακούσει τα παρακάλια και τους θρήνους τους. Τις πρόσεχε ευλαβικά κάθε μέρα, για να μην φύγουν. Όσες τολμούσαν να πάρουν το δρόμο του γυρισμού κέρδιζαν το δικαίωμα να ξεκουραστούν μακριά απ τα πόδια τους. Ήταν κοφτερές οι νότες του Ορφέα. Έτσι και οι μελωδίες ταξίδευαν στους δύο κόσμους και άφηναν παντού χνάρια απο παλιά σακατέματα του αφέντη τους. Τα κουβαλάν και σήμερα πολλοί άνθρωποι και η Ευρυδίκη όταν τους βλέπει, γελάει και χάνεται. Πάντα χάνεται.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Για μια ιστορία



‘Μην ρωτάς τους πληγωμένους για τη μοναξιά. Εμένα θα ακούς. Σπάει και ξαναφτιάχνει. Μην τη λυπάσαι. Κανείς δεν την θέλει. Κανείς δεν την αντέχει’. Έτσι δεν μου λεγες Αρίωνα;

Και πάντα μόνος σου θές να μένεις στο τέλος. Σε βλέπω. Σε ξέρω. Αγκαλιά με δυο προτάσεις . Παρέα με τους πλαστικούς καθρεφτες για ασφάλεια. Σπάει εύκολα η αλήθεια. Αν ήξερες μόνο ποιός είσαι και γιατί...

Ένα κοριτσάκι είναι η μοναξιά. 

Πέντε. Φοράει κόκκινη κουκούλα και σε κυνηγάει όσο τρέχεις. 

Δέκα. Μαζί σου θα είναι όταν δεν τη θες. Ένας μύθος είναι όσο δεν τη νιώθεις.

Δεκαπέντε. Τα δόντια σου φαίνονται τις ώρες που κρύβεται απ την οργή σου.

Είκοσι. Φυλάει τις δυστυχίες που της δίνεις να κρατάει σαν να ήταν δικιές της. Δική σου πάντα.

‘Χαίρω πολύ, εγώ είμαι’

‘Κράτα τις αισθήσεις σου μακρία τους. Κι εγώ τους φοβάμαι, το μυστικό σου είναι δικό μου.’

Φταίνε τα ψίχουλα που τη έριχνες για να μην χάνει το δρόμο. Μονοπάτια για το θανατό της κοντά σου. Σε κοιτούσα τότε. Το μεσημέρι που την ξέθαβες για να την λιώσει καλά ο ήλιος.

Σπάει και σε διώχνει. Μην την ενοχλείς γιατί εκδικείται.

Είναι ο κόσμος σου η μοναξιά. Γυρίζει συνέχεια. Γυρίζει παντού.

Να τη διώχνεις γιατί όταν είναι κοντά σου ξεχνιέται και δεν μαζεύει τα σπασμένα.

Είναι γυναίκα η μοναξιά. Μαζί τρελαίνετε τους δαίμονες σου, σας έχω δει τα βράδια. Ο σαρκασμός σας μου χάιδευε τα βλέφαρα τις ώρες που γελούσατε. Γελούσατε μαζί μέχρι να ξημερώσει. Μέχρι να φύγει και να σε κάνει πάλι ανθρωπάκο.

‘Τα γιατί σου να τα πάρεις πίσω, δεν τα θέλω’

Είναι μάγισσα η μοναξιά. Μου το είπε η όρασή σου ένα μεθυσμένο βράδυ. Και αν σου μιλήσει χαρίζεις τις αναπνοές σου μία μία. Σας έχω δει. Πάντα γελούσατε. Γελούσα κι εγώ μαζί σας.

Σπάει και σε εξεφτελίζει.

‘ ...Ενενήντα, ενενηνταπέντε, εκατό, φτου και βγαίνω’

Στο μυαλό σου είναι η μοναξιά. Μια φορά με βούτηξες κι εμένα εκει στο χάος της μισανθρωπιάς σου. Επιπλέω, δες με. Η μοναξιά σου μ’ αγαπάει. Εσύ είσαι αυτός που μισεί και αφανίζει. Την πονάς πολύ μου είπε μία μέρα. Να την προσέχεις περισσότερο.

Σπάει και σε πληγώνει. Να της λες ιστορίες για να κοιμηθεί, αλλιώς βρικολακιάζει.

Μην της μιλάς, πάντα ψέματα λέει. Χρόνια τώρα σε παραμυθιάζει με τα καλλωπισμένα ευχαριστώ της κι εσύ την ακούς και τη θαυμάζεις. Την τάισες τη μοναξιά σου καλύτερα απ τις τύψεις σου. Μόνο που ξέχασες τα λάθη σου μες το νερό. Λάθη που μουλιάσανε. Πολλά μικρά λάθη που φτιάξανε την καληνύχτα.

Σε βλέπω, σε ξέρω.

Μια καληνύχτα είναι η μοναξιά σου. Τα βράδια σκεπάζεσαι με τους φόβους της και τρέχεις στις γωνίες να σου πει τις προσευχές της. Πόσες απο αυτές ξέρεις απέξω;

‘Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μπαρ ζούσε ένας άνθρωπος...’

‘Να μην βάζετε ζάχαρη στο ποτό σας κύριε.’

Κρατάει τις καταστροφές σου απ το χέρι και τις πετάει στη θάλασσα για να δει πως τσιρίζουν. Την έχω δει να παίρνει το σχήμα της σωτηρίας τους.

Κράτησε τα βοτσαλάκια που έβαλε στις χούφτες σου για τη μέρα που έλεγες. Τα κομμάτια που σπάσανε κολλάνε με λόγια, θυμάσαι;

Θα ψιθυρίζω στη συνείδησή σου αυτά που ξέχασε.
Σου μιλάνε. Σε μισούνε. Σου μιλάει. Σε μισεί.

‘Και μετά ήταν δύο άνθρωποι΄

‘Σειρά σου τώρα’.


*A. ευχαριστώ πάλι για τις ιστορίες αυτής της εβδομάδας. Εγώ τα σημειώνω. Μην ξεχνάς να γράφεις.