Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Και? (ΙΙ)



Επί της οθόνης…

Η κόκκινη βαλίτσα μου έμεινε πίσω. Χαιρέτησα γρήγορα την Α. και στράφηκα στην εξυπηρετική κυρία για περαιτέρω οδηγίες.

-Θα πας από εκεί, μου είπε δείχνοντας τον χώρο πίσω μου, «και θα το βρεις, είναι εύκολο»

Πολλά εύκολα, εύκολα γίνονται δύσκολα. Και έχω ταλέντο στο να χάνω και να χάνομαι. Άρχισα να τρέχω.       
«ευχαριστώ»

Έλεγχος

 «Θα μπορούσα μήπως να περάσω μπροστά? Ξέρετε πρέπει να προλάβω το αεροπλάνο μου» ,μισοφώναζα απελπισμένη. Αφού μ ‘ακούν, γιατί φωνάζω? Πρέπει ν’ αρχίζω να ελέγχω τους τόνους μου. Πρέπει ν’ αρχίσω να ελέγχω εμένα.

-Τι ώρα πετάς?
-8.45
(Κοίταξε το ρολόι της.)
-8.22, ξέρω. Άρχισα να τρέμω.
-Φυσικά! πέρασε μπροστά!
«…Και καλή τύχη»

Τους συμπαθώ πολύ τους ευγενικούς ανθρώπους. Έχουν τον τρόπο τους να είναι άνθρωποι. Οι Νεάτερνταλ είναι αυτοί που μου τη δίνουν.

Αν θέλεις να λέγεσαι κάτι , γίνε κάτι.
Και φύγε, εμποδίζεις.

Αγνώστου Ταυτότητος Γήινος Κλειστός Χώρος

Και έτρεχα. «Συγνώμη μπορείτε να φύγετε από τη μέση? Πρέπει να περάσω, βιάζομαι , αλήθεια»
-Εμποδίζω συγνώμη.
-Δεν πειράζει, ευχαριστώ.

Έμοιαζε με τα συνηθισμένα Duty-Free Shops. Αλλά δεν ήταν Shops. Έμοιαζε περισσότερο με εξωγήινο εμπορικό κέντρο. Έτσι το έβλεπα εγώ τουλάχιστον.

Ηρέμησε Έλενα, η κυρία είπε ότι είναι εύκολο να βρεις την πύλη 62
Ηρέμησε Έλενα. Γιατί την ακούω τόσο συχνά αυτή τη φράση?

Έλενα πρόσεχε.
Έλενα κοίτα.
Έλενα άκου.
Έλενα φύγε. Φύγε τρέχοντας γιατί θα μείνεις πίσω.

Έχω ένα αεροπλάνο να προλάβω.

«Με συγχωρείτε, έχω πάρει το σωστό δρόμο?»
«Νομίζω , ναι»

-Δεν βρίσκω την πύλη 62.
-Προς τα κάτω , είπε ο κύριος με το μωβ πουλόβερ δείχνοντάς μου μία ράμπα που έμοιαζε να φτάνει στα έγκατα της γης.

Έλενα συγκεντρώσου

Μ’ αρέσει να κοιτάζω τα’ αντικείμενα με τρόπους περίεργους. Μ’ αρέσει να χάνομαι στην φανταστική μου όραση, διακρίνοντας πράγματα που οι φαντασίες άλλων διακρίνουν αλλιώς.
Μ’ αρέσει να μιλάω σε αγνώστους και ν’ ακούω τις ιστορίες τους. Μ’ αρέσει να κουνιέμαι όταν μιλάω, να γράφω με ορνιθοσκαλίσματα που κανείς δεν καταλαβαίνει, να κάνω χαζές ερωτήσεις. Μ’ αρέσει να βγαίνω έξω χωρίς τα γυαλιά μου ,προσπαθώντας να μαντεύω ανθρώπινες φιγούρες. Μ ‘αρέσει να τρέχω ,να φεύγω μακριά. Θέλω να τρέξω. Πρέπει να φύγω. Το αεροπλάνο…Μη χάνεσαι.

Έλενα συγκεντρώσου.

Ο διάδρομος κάτω από την κυκλική ράμπα ήταν άδειος. Νόμιζα πως είχε εκκενωθεί για κάποιο λόγο. Θύμιζε εκείνους τους κενούς διαδρόμους που βλέπουν στις ταινίες οι άνθρωποι που χάνουν τ’ αεροπλάνα τους.



-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Φτιάχνει καινούριο και πετάει μ’ εκείνο.
-Κι αν πέσει?
-Πέφτει κι αυτός μαζί
-Κι αν πεθάνει?
-Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν σε φανταστικές πτήσεις αεροπλάνων. Υπάρχει και ο καρκίνος.



-Please tell me, what are you looking for?
-62. Δεν έβγαινε ήχος. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή. Είχα λαχανιάσει και ζαλιζόμουν. Καθάρισα γρήγορα το λαιμό μου. “Gate 62”,κατάφερα να πώ.
-Πηγαίνεις Θεσσαλονίκη λοιπόν! Από εδώ. Ίσα που προλαβαίνεις. Ηρέμησε.

Οι άνθρωποι μιλούν περίεργες γλώσσες. Είναι μια απ τις λίγες φορές που χαιρόμουν ακούγοντας ελληνικά. Θα μπορέσω να φύγω. Με περιμένει ένα σπίτι να συμμαζέψω. Πριν το ταξίδι είχα αφήσει το πτώμα ενός ποτηριού στο πάτωμα του δωματίου μου. Δεν προλάβαινα να συμμαζέψω τα θρυψαλάκια. Βιαζόμουν. Τελευταία στιγμή πάλι.

«Συνέχεια τρέχεις» ,μου είχε πει εκείνος ο περιπτεράς κάποτε. Ήταν μια από εκείνες τις μέρες  που έτρεχα να προλάβω λεωφορεία. Όλες τις μέρες.


Έχω ένα αεροπλάνο να προλάβω.

Δεν ξέρω πως λέγεται εκείνος ο χώρος του αεροδρομίου. Δεν ξέρω κιόλας αν έχει σημασία. Οι άνθρωποι κάνουν ουρά και ένας ένας επιβιβάζονται. Είμαι έτοιμη. Είμαι καλά. Είμαι κόκκινη και δεν μπορώ να πάρω αναπνοή.

-Καλά?
-Ναι, δεν προλαβαίνω το αεροπλάνο μου?
-Ναι, προλαβαίνεις το ξέρω. Είσαι καλά? Ηρέμησε.

Έλενα ηρέμησε. Πάλι.

Οι άνθρωποι στο αεροπλάνο με κοιτούσαν περίεργα. Είμαι περίεργη, δεν με ενοχλεί. Μάλλον οι άλλοι ενοχλούνται.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό. Ποτέ δεν αποφάσισα να γίνω Τειρεσίας, και δεν θα γίνω τώρα. Τα προβλήματα ξεκαθαρίζονται μπροστά μου, αλλιώς δεν ξεκαθαρίζονται καθόλου. Και σαπίζουν

Κάθομαι στη θέση μου.

Κάπου.

Δεν κατάφερα να δω την απογείωση ,καθώς προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.
Άνοιξα ένα βιβλίο, και έβαλα τα’ ακουστικά στ’ αυτιά μου. Ποτέ δεν θα κουραστώ ν’ ακούω μουσική.
Δεν πρόλαβα ν’ αποχαιρετήσω το Λονδίνο. Όχι όπως ήθελα. Όχι χωρίς τη βαλίτσα μου.

Αγαπητέ Λέμονι Σνίκετ, ελπίζω να μ’ ακούς

-Όταν κάποιος χάσει την ταυτότητά του, τι γίνεται?
-Παύει να υπάρχει

-Χρειάζομαι ταυτότητα για να βγω από το αεροπλάνο?
-Υποθέτω πως ναι.
-Ναι.

Η ταυτότητα πουθενά. Μέχρι που προσγειωθήκαμε. Η ατυχία μου δεν τελειώνει ποτέ. Ο κόσμος δεν τελειώνει ποτέ.
Νωρίτερα, αποφάσισα να αναζητήσω την ταυτότητα μου. Επί 45 λεπτά έψαχνα. Κοίταξα σε όλες τις τσέπες της τσάντας μου, στις τσέπες των καθισμάτων, κάτω από τα πόδια μου, κάτω από τα πόδια του ηλικιωμένου Άγγλου τουρίστα που καθόταν δίπλα μου ,ψάχνοντας παράλληλα τρόπους να τον κάνω να σταματήσει να μου ζητάει συγνώμη επειδή τον μετακινούσα συνέχεια

 «Im sorry»
-Εγώ να δεις.

Άντε να εξηγήσεις τώρα. Είχα ξεχάσει αγγλικά και ελληνικά από τον πανικό μου. . People are strange.

Σημείωσε: H υπερβολική ευγένεια λιώνει εγκεφαλικά κύτταρα. Να μην κάνω κατάχρησή της.

«Ελπίζω να την βρεις την ταυτότητα σου, εγώ πρέπει να κατέβω εδώ», μου είπε όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Λες και εγώ θα έμενα για πάντα εκεί.


-Κι όταν κάποιος χάσει την ταυτότητά του τι γίνεται?
-Ρωτάει το προσωπικό του αεροπλάνου αν την βρήκε.


«Εδώ είναι η ταυτότητά σας. Είμαστε εδώ για ό,τι μας χρειάζεστε.»

Μάθε να ρωτάς. Μάθε να ρωτάς και άλλες ερωτήσεις πέρα από τις συνηθισμένα ανόητες δικιές σου. Και μάθε να προσέχεις την ταυτότητά σου. Μάθε να μην χάνεις την Έλενα.

Μάθε να μαθαίνεις.

-Μα φυσικά, τα παθήματα να γίνονται μαθήματα.

Κλασική μαμά.
Κοίταξα για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη μετά από 7 μέρες. Ίσως να μου λειψε λίγο τελικά. Την Παρασκευή έχει Άδυτο μέχρι ξημερώματα. Ναι μου λειψε.


Υ.Γ

 Αγαπητή μου κόκκινη βαλίτσα,

Θα έρθεις πίσω. Τέλος οι επιπλέον διακοπές. Όχι χωρίς τη δική μου συνοδεία τουλάχιστον. Το Λονδίνο δεν είναι για μικρές ανήμπορες κόκκινες βαλίτσες, χωρίς κάρτα επιβίωσης. Μάθε το πια. Και σταμάτα να αργείς στα τσεκ ιν.


Καλή ξεκούραση.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Έχετε κάρτα επιβίωσης? (Ι)



Κάπου στο Λονδίνο

Κοιτάω το ρολόι. Ώρα 5.22. Λεωφορείο άφαντο. Περιμένουμε λοιπόν. Κρύο. Όμορφος πάγος. Γλυκιά παγωνιά που δείχνει σαν ασημόσκονη πάνω στα αντικείμενα. Λεωφορείο άφαντο. Αρρωστημένη παγωνιά. Το κρύο σου τρυπάει τα πνευμόνια. Μπορεί να φταίει και η βρογχίτιδα. Κάπου είχα βάλει τα γάντια μου…

-Τι γίνεται όταν κάποιος χάνει το αεροπλάνο του?
-Περιμένει το επόμενο.


Μικρές σαΐτες είναι οι σκέψεις. Διπλώνουν και πετάνε παντού. Προς όλους και όλα.. Για όλους και όλα.  Ξεσκίζουν εκείνους που αρνούνται να αφεθούν στα όνειρα. Μουδιάζουν τα μυαλά εκείνων που επέλεξαν να ζουν αποκλειστικά στα όνειρα. Χαϊδεύουν τα μάτια των τρελών. Παίζουν με τις φαντασίες και κρύβονται από τις λογικές. Είναι ύπουλες οι σκέψεις.

Η Α. τραγουδάει σε μια περίεργη γλώσσα.
Γιατί ποτέ μου δεν έμαθα καμία περίεργη γλώσσα?
Παύση. Κάτι ακούω.

Οι άνθρωποι μιλάνε σε περίεργες γλώσσες. Ο καθένας λέει τα δικά του και άντε να συνεννοηθείς μετά. Κουράστηκα να καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Πάει καιρός που σταμάτησα να το παίζω ψυχολόγος. Βγάλτε άκρη μόνη σας.

Κανείς δεν τους καταλαβαίνει καλύτερα απ' τα τίποτα


Ακούω το λεωφορείο. Λάθος συναγερμός. Περνάει από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Λάθος λεωφορείο. Θυμήσου πρέπει να πάρουμε το U1 που κατεβαίνει προς το κέντρο του Uxbridge.

Θυμήσου να προλάβεις το αεροπλάνο.
Θυμήσου να σκεφτείς
Θυμήσου να ζήσεις.
Διάβασα κάποτε… “Know happiness

Τελικά μόνο να με προστάζω είμαι ικανή. Χωρίς ποτέ να με υπακούω. Η μάχη πάντα ίση. Δεν τελειώνει. Ποτέ δεν θα νικήσω .Ποτέ δεν θα με νικήσεις.

Δεν κατάλαβα πως.Ανέβηκα στο λεωφορείο που επιτέλους είχε φτάσει. Δικός μου ο  κόσμος. Νοητά ζωγράφιζα τις σκέψεις μου στα παράθυρα. Θα έμοιαζαν με σκουριασμένα αεροπλάνα αν είχαν μορφή. Ήχο δεν θα είχανε ποτέ, το ήξερα. Γλυκιά κακοτυχία.



Underground station


Μόλις χάσαμε το πρώτο τρένο. Με το δεύτερο λοιπόν. Γίνονται έργα στη Metropolitan τα Σάββατα και πρέπει να κατέβουμε στην Rayer s Lane για ν’ αλλάξουμε τρένο. Το Gatwick είναι μακριά. Πολύ μακριά.

Οι άνθρωποι προτιμούν να στέκονται μακριά. Φοβούνται μήπως γλιστρήσουν στις τύψεις τους. Κι εγώ.

Αλλαγή τρένου. Από ποια μεριά περνάει? Μπερδεμένο Λονδίνο.

6:13, δεν προλαβαίνω 
Η γραμμή Picadilly δεν έχει θέρμανση. Βρήκα τα γάντια μου. Και ξημερώνει. Γιατί έχω τόσο καιρό να δω ηλιοβασίλεμα?

Θυμήσου: Να ξυπνάς νωρίτερα τα πρωινά. Και κόψε τους πολλούς καφέδες. Η μαμά λέει σου φέρνουν υπερένταση. Δεν έχει άδικο.
                                                            Δεν έχει δίκιο.

Η φωνή στο μικρόφωνο…

Ατυχία. Η γραμμή σήμερα θα τερματίσει στην στάση Acton Town. Έχουν Ολυμπιακούς αγώνες του χρόνου οι Λονδρέζοι. Το μετρό χρειάζεται επισκευές…

Ποτέ δεν κατάφερα να επισκευάσω τα όνειρά μου
Μου άρεσε να τα βλέπω κουτσά να σκοντάφτουν στους ασφαλτόδρομους και να σπάνε τα κρανία τους. Τόσο ανακουφιστικός ο ήχος της καταστροφής μερικές φορές.

Μην προσπαθήσεις άλλο. Τα όνειρα αυτοκτονούν.
Αγαπημένη ματαιότητα.

Και έχει κρύο.

District Line

Tο φοβάμαι τ’ όνομά της. Φοβάμαι πάντα τα ονόματα των πραγμάτων που δεν έμαθα καλά να συλλαβίζω.

Στην ορθογραφία ήμουν καλή πάντα. Μόνο κάποιες λέξεις με μπερδεύουν. Και αρχίζω και ξεχνάω.

Αγαπητέ Λέμονι Σνίκετ,

Κατάφερα να γίνω πιο άτυχη από τους χαρακτήρες σου και δεν χρειάστηκε καν να εισβάλω σε δωμάτια με γιγάντια θανάσιμα ερπετά και να βουτήξω σε λίμνες με απόκοσμα πλάσματα που σου ρουφάνε το αίμα.

Gatwick express

Το εξπρές περίμενε ένα τέταρτο πριν ξεκινήσει. Κι εμείς μαζί του. Bad Timing πάντα.

Ξέρω από αυτά. Συνήθισα πολύ καλά να με μισούν οι συγκυρίες . Θέλω να τρέξω. Ο ήλιος με τυφλώνει. Τον ξέχασα τον ήλιο.



-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Δεν ξέρω



Gatwick airport

Είσοδος


Είχα ξεχάσει τα τρενάκια φαντάσματα. 5 λεπτά εκεί. Και άλλα 5 μέχρι το check in.

-Μπαμπά τι γίνεται αν δεν προλάβω το check in?
-Σε ξένη χώρα είσαι , δεν ξέρω.

Σε ξένες χώρες ζω μονίμως. Πλέον αδυνατώ να ξεχωρίσω το ξένο με το οικείο. Μίξεις χρωμάτων .Μπερδεμένοι εαυτοί. Έτσι είναι η Έλενα.Ξέρεις.


Check In

Επιτέλους…προ του τέλους.

-Με συγχωρείτε, το Check In έχει κλείσει
-Πτήση για Ελλάδα?
-Ναι.
-Μην ανησυχείτε θα το τακτοποιήσουμε αρκεί να βρείτε έναν υπεύθυνο.

Εγώ είμαι υπεύθυνη
Είμαι? Πόσες φορές παρέλειψα απλώς να αναλάβω ευθύνες? Πόσες ακόμη τις μεταμφίεσα για να ξεφύγουν διακριτικά μακριά μου.

Είμαι υπεύθυνη?

« -Ανεύθυνο πλάσμα, σταμάτα να γκρεμίζεις τα πάντα γύρω σου, δεν με λυπάσαι? Λίγη προσοχή, λίγος σεβασμός σ’ εμένα που συμμαζεύω ο, τι καταστρέφεις!»

Την λυπάμαι κάποιες φορές τη μαμά μου.
Λίγη προσοχή- αυτό είν’ όλο?

Όλοι από κάτι λίγο ζητάνε.
Και τα κάτι λίγο γίνονται πολλά. Γίνονται αστέρια και δεν μετριούνται. Πόσα ακόμα?

18.
Δεκαοκτώ χρόνια έχω ζήσει μέχρι τώρα. Πόσα ακόμα?

-Όλα εντάξει. Μπορείτε τώρα να επιβιβαστείτε.No worries.

Κρατούσα την κόκκινη βαλίτσα.

-…χωρίς αποσκευές, συνέχισε με γλυκιά φωνή η εξυπηρετική υπάλληλος.
«Είναι πολύ αργά για τις αποσκευές σας» εξήγησε.

Είναι πολύ αργά.
Μην κοιμηθείς ακόμα, έχεις να προλάβεις ένα αεροπλάνο.

Είχα σοκαριστεί. Την κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια. Η κόκκινη βαλίτσα μου λοιπόν θα έμενε πίσω. Βρες δικαιολογίες τώρα. Όχι, βρες το αεροπλάνο.

-Θα ανεβείτε κυρία μου τελικά στο αεροπλάνο?
-Νννν…ναι ασφαλώς!
Δεν μπορούσα να αρθρώσω εύκολα τις λέξεις. Μπορεί να φταίνε και τα αγγλικά μου.




-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Μένει πίσω.




«Εγώ είμαι υπεύθυνη»


(…)

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

0%




Θέλοντας και μη, εγκλωβισμένη τα άκουσα.
Έχουμε και λέμε…

«Ρε συ πεινάω» είπε το κορίτσι με το φωσφοριζέ μπουφάν, ενώ περπατούσε δίπλα στην γυναίκα ντισκόμπαλα την Παρασκευή το βράδυ ,κλείνοντας μου και οι δύο το δρόμο.

Προσωπική σημείωση: Οι άνθρωποι περπατούν πολύ αργά τις Παρασκευές τα βράδια

(Η ντισκόμπαλα)
-Γιατί δεν έφαγες?
-Έφαγα. Μια μακαρονάδα και 2 κουταλιές μερέντα
-Ρε μην φας άλλο…γαμιέται η μερέντα
-Γιατί η μακαρονάδα στις 2 το βράδυ δεν γαμιέται? (νευριασμένη…) Όλα γαμιούνται εκτός από μένα!

Η φωσφορούχα δεν μιλούσε. Σταμάτησε να περπατάει και κοιτούσε τη φίλη της με ανοιχτό το στόμα. Σταμάτησε να περπατάει και εκείνη. Βρήκα έτσι την ευκαιρία να τις προσπεράσω για να συνεχίσω το δρόμο μου. Ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω τον λυγμό της «πεινασμένης».

Οι άνθρωποι κλαίνε για περίεργα πράγματα.


Δεν μπορούσα να γελάσω θα με καταλάβαιναν
Σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω μια λέξη που λατρεύει αγαπητός φίλος που σπουδάζει στα ξένα…

«παράνοια»

Παρανοϊκά ανθρωπάκια.
Και το λογικό ποτέ δεν καθορίζεται.


Πάντα ήθελα να μάθω .Να δω.

                                                  «Τι είναι λογική?»

 Και συνέχεια ρωτούσα. Ρωτούσα τους πάντες .Ενοχλώ συχνά φίλους, γνωστούς και αγνώστους με άκυρες ερωτήσεις.
Και μια μέρα ο Θοδωρής μου απάντησε κάπως έτσι…

-Δεν ξέρω. Αν ήξερα ,εγώ ή οποιοσδήποτε, πιστεύεις ότι οι άνθρωποι τόσο ωραία θα συνέχιζαν να πήζουν στα σκατά ? Δες το και σε προσωπικό επίπεδο. Όλοι παράλογοι είμαστε. Αν ξέραμε από λογική θα ήμασταν ωραία ρομποτάκια. Έν δυό, έν δυό, και να σου τα ψεύτικα χαμόγελα. Ευτυχισμένοι όλοι μας! Ίδιοι όλοι μας. Και πεθαμένοι…

«Το παράλογο είναι που σε κάνει ζωντανή»,»Αν δεν φτάσεις στον πάτο, πώς θα ξέρεις που είναι η κορυφή?»

Εμείς τους ζωγραφίζουμε τους χάρτες μας για την κορυφή του βουνού. Και εμείς σχεδιάζουμε και το βουνό. Κάποιοι δεν διστάζουν να βάλουν μπόλικο καφέ χρώμα στους χάρτες τους-μπόλικα υψώματα-στόχους που όταν εκπληρώνονται επιτυχώς, τους κάνουν να χαμογελούν. Όταν αποτυχαίνουν ,είναι μια άλλη ιστορία…

Άλλοι προτίμησαν τα πράσινα. Πράσινες πεδιάδες, που άλλοτε μαγεύουν τους ψεύτικους χάρτες με την ομορφιά τους και τους ζωντανεύουν. Ανθίζουν και πλανεύουν τους επίδοξους δημιουργούς τους. Έτσι επαναπαυόμαστε. Και ξεχνάμε. Μας ξεχνάμε πίσω.
Δεν είναι όμως πάντα κακή η στασιμότητα.

                                                            Ξεκουράσου. Λίγο ακόμα…
Μόνο λίγο.

Πολλές είναι οι θάλασσες…

Το μπλε είναι για τους άλλους, τους μυστήριους, που κολυμπάνε στα βαθιά νερά. Δεν τους ξέρω. Ποτέ δεν τους έμαθα.
Και χαίρομαι. Δεν θέλω να τους μάθω. Οι επίδοξοι μυστήριοι είναι ψεύτες. Κάτω από το μπλε των ποταμών τους κρύβεται το άψυχο χρώμα της νεκρής άμμου. Της άμμου που χρόνια στηρίζει τις φανταστικές για τον εαυτό τους εικόνες και κρύβει καλά τα πτώματα των ψυχών που δολοφόνησαν  για να μην πνιγούν οι ίδιοι. Οι πολλοί εαυτοί τους βράζουν βίαια μέσα στους χάρτινους κόσμους τους ,και στο τέλος τους καίνε. Καίγονται ζωντανοί από τους ίδιους τους καθρέφτες τους.

Τα ποτάμια δεν αναρριχώνται στα βουνά. Πάντα κατεβαίνουν

Αλλά εγώ είμαι παράλογη, δεν πρέπει να μιλάω για τους ανθρώπους με τους μπλε χάρτες. Και όταν μιλάω δεν θα μ ‘ακούν. Είναι απασχολημένοι κυνηγώντας μηδαμινούς θησαυρούς και φουσκώνοντας τρύπια σωσίβια.

Δεν επιπλέουν

 Άκουσα.

Το θηλυκό του είδους των  εντόμων που ονομάζεται mentis (στην θρησκευόμενη Ελλάδα το αποκαλούμε αλογάκι της παναγίας), συνηθίζει να τρώει το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα.

Λογική της επιβίωσης.
Πόσο λογική?

Ένας φίλος μόλις το άκουσε μου είπε… «Αυτά κάνετε και εσείς οι ανθρώπινες γυναίκες. Μεταφορικά»

Αναμφίβολα… «Λογική του πληγωμένου», σκέφτηκα.
Πολύ λογική, μόνο δική του.

Η Μαρία άρχισε να κλαίει.

Λογική του ευαίσθητου.
Συναισθηματικά λογική

Δεν μαθαίνουμε ο ένας απ τον άλλον. Απλά μαζί εξελισσόμαστε και ο καθένας κάνει τα δικά του

Μπορείς να τρέξεις δυτικά, δεν θ’ ακολουθήσω, κατευθύνομαι βόρεια.

Κυνηγητό παίζαμε όταν ήμασταν παιδάκια. Τώρα μόνοι μας. Κανείς δεν τρέχει για να τον κυνηγήσεις. Κυνηγάμε πλέον όνειρα και άφταστες παράλογες μικρές χώρες. Μικρές σκέψεις. Όπως κάνουν οι μεγάλοι

Φτιάξε δικό σου χάρτη. Δεν δανείζω πουθενά τον δικό μου.

Πολλοί είμαστε. Δεν ξέρουμε. Και οι λογικές μας είναι τα τίποτα, μπροστά στις αντίστοιχες των άλλων

Κουραστήκαμε
Οι λογικές των ηλιθίων. 
                     Ελαφριές
 Ανθρώπινες.


Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

domino dayS


Μονίμως αφηρημένη, συνηθίζω να πέφτω πάνω σε αντικείμενα προκαλώντας υλικές καταστροφές στο μεγαλύτερο μέρος του περιβάλλοντος όπου κινούμαι. Το ίδιο κάνω και με τους ανθρώπους . Ασχέτως αν κάποιες φορές στο δρόμο πέφτουν εκείνοι πάνω μου και με ταρακουνούν χωρίς να ζητούν καν συγνώμη. Βαρέθηκα τους ελιγμούς στο δρόμο.


«Κύριε μου το ξέρω πως έχω ύψος μόλις 1.56 , αλλά δεν είστε δα και ο Γκιούλιβερ στο νησί με τους πυγμαίους ,ώστε να μην με δειτε! Δεν θα πονέσει αν απλά γυρίσετε τον ώμο σας λίγες μοίρες ενώ περνάτε από δίπλα μου».


Αλλά οι άνθρωποι είναι αγενείς. Προσέχω πάντα να μην πέφτω πάνω τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Έλενα στα αστικά λεωφορεία, όταν η μικροβιοφοβία μου (εξαιρετικά ντροπιαστική συνήθεια ) δεν μου επιτρέπει να κρατηθώ από τις λαβές του λεωφορείου, με αποτέλεσμα να κλυδωνίζομαι σαν να με παρασύρει κάποιος υπερφυσικά δυνατός βαρδάρης, που φτάνει από άλλη διάσταση. Κατάληξη κατανοητή και αναμενόμενη : ανθρώπινα ντόμινο. Και μιας και τιμώ αρκετά συχνά τον ΟΑΣΘ , θα μπορούσα να χαρακτηρίζω την καθημερινότητά μου ως μία σειρά domino days.

Μέρες Ντόμινο. Μέρες που πέφτουν η μία πάνω στην άλλη σαν πολύχρωμες ασταθείς πλάκες. Εφάπτονται και έπειτα απομακρύνονται. Μέρες που γκρεμίζω ανθρώπους και αντικείμενα και μέρες που γκρεμίζομαι κι εγώ μαζί τους.

Κάνω συχνά λάθη. Λάθος πράξεις, λάθος υπολογισμοί (ποτέ δεν ήμουν καλή στα μαθηματικά) ,λάθος κινήσεις ,λάθος σκέψεις, λάθος τηλέφωνα.

(Σχετικά με το τελευταίο)
Ημέρα: 4η Μαρτίου.
Ώρα:  3:45

Εκείνο το βιβλίο έπρεπε να επιστραφεί ως την 1η Μαρτίου. Απελπίστηκα. Δεν ήθελα να χάσω, βλέπεις , το δικαίωμα δανεισμού. Έσπευσα λοιπόν να καλέσω στη βιβλιοθήκη για να ανανεώσω το δικαίωμα δανεισμού του συγκεκριμένου βιβλίου…

Mπιπ Μπιιιιιπ. Μπιπ Μπιιιιιπ .Μπιπ Μπιιιιπ ( Καλεί)

-Παρακαλώ?
-Χαίρετε
-Χαίρετε.

(Μικρό διάστημα σιωπής. Περίμενα η κυρία στην άλλη άκρη της γραμμής να με ρωτήσει τι θέλω. Έτσι κάνουν συνήθως οι άνθρωποι .Με ρωτούν συχνά τι θέλω ,και πάντα ξεχνάω ή δεν ξέρω )

(Η κυρία, με πολύ ευγενικό τόνο: )
-Να σας στείλω κάπου?
-Θα ήθελα να ανανεώσω ένα βιβλίο που δανείστηκα πριν κάποιες μέρες

Πάντα είμαι τόσο αφελής που πιστεύω αυτά που μου λένε οι άλλοι. Κι ας εννοούν κάτι διαφορετικό. Προφανώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ευγενικός τόνος της κυρίας στην άλλη γραμμή με εμπόδιζε να κατανοήσω πως η εννοούμενη απάντηση στην ερώτησή της «Να σας στείλω κάπου?», δεν ήταν στον « τηλεφωνικό υπεύθυνο» του τμήματος λογοτεχνίας, αλλά «Στο διάολο»

-Θα ήθελα ν’ ανανεώσω ένα βιβλίο.
-Όχι
-Συγνώμη?
-Όχι , τι βιβλίο να ανανεώσεις ,σα δεν ντρέπεσαι! Πού πήρες σε εμάς-άρρωστοι άνθρωποι, στις 3.30 το μεσημέρι για να ανανεώσεις ένα βιβλίο?
-Στην κεντρική βιβλιοθήκη?
-Στα τσακίδια!

Μπιπ Μπιιιιπ. Μπιπ Μπιιιιιπ

Rewind…
Όχι ειλικρινά δεν ντρέπομαι γιατί δεν το ήξερα. Τόσα δεδομένα σήμερα, δύσκολη η δουλειά των τέλειων ανθρώπων. Όταν αποφασίσω να συστήνομαι στους άλλους ως φωτεινός παντογνώστης θα το έχω υπόψη μου. Τότε θα ντρέπομαι. Όχι για την άγνοια μου. Επειδή έγινα κάτι μη ανθρώπινο.

«σε εμάς-άρρωστοι άνθρωποι»
Ξανά στην θεωρία περί ανθρώπινου μαζοχισμού. Οι άνθρωπου γουστάρουν να είναι άρρωστοι. Να είναι θύματα των άλλων και θύματα της κοινωνίας.

Η κυρία στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου ,παρόλο που δεν διευκρίνισε άλλα σημαντικά πράγματα που διευκρινίζεις όταν γνωρίζεις κάποιον (όνομα!), δεν δίστασε να μου εμπιστευτεί την κατάσταση της υγείας της. Ας την ονομάσουμε λοιπόν Ευλαμπία (όπως τη συνονόματη του ομώνυμου τραγουδιού που ήταν επίσης ασθενής από αγνώστου φύσεως ασθένεια ) Θα ήταν πιο ενδιαφέρον αν προσδιόριζε το είδος της ασθένειας. Σωματική ή ψυχική? Έτσι θα είχα κι εγώ τη δυνατότητα να της δώσω ένα ίσως πιο ελκυστικό όνομα :

Ακολουθεί ηθικό δίδαγμα της ημέρας…

«Μην τηλεφωνείτε κατά λάθος σε άρρωστους ανθρώπους στις 3.30 το μεσημέρι. Καλέστε τους στις 3.31»

Και μια δική μου διευκρίνιση:

Θα ζητούσα συγνώμη αν η κυρία Ευλαμπία από τα Tσακίδια ( όπου κάλεσα αντί της κεντρικής βιβλιοθήκης-βορεινό χωριό της Ηπείρου να υποθέσω?) κατανοούσε την ανθρώπινη φύση μου και δεν έκλεινε το τηλέφωνο προτού προλάβω ν’ απολογηθώ για το μέγα λάθος μου.

Hide and sick

Οι άρρωστοι δεν έχουν χρόνο για συγνώμες.

«Μαμά δεν θέλω να πάω σχολείο»

Nancy says:

«Σχολή το λένε μάθε το επιτέλους!»

Δεν μεγαλώνουμε ποτέ τελικά.


Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Μαρμελάδα

 
Παραθέτω συζήτηση μεταξύ δύο γυναικών σε κινέζικο ρεστοράν,αφού η μία έχει προηγουμένως τελειώσει ένα πιάτο νούντλς με τσίλι. Ή μάλλον ένα πιάτο τσίλι με νουντλς.(σωστότερη διατύπωση-καλό είναι να τοποθετείται μπροστά το υλικό που υπερτερεί του άλλου):

(Η πρώτη, δείχνοντας το λαιμό της)
-Ρε συ ,νιώθω κάτι να βράζει εδώ μέσα
-Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θα ναι…
-Σοβαρά? Μ’ έχεις για συντηρητική?

3..
2....
1........

Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν. Δεν θέλουν να επικοινωνήσουν. Βράζουν συνεχώς οι Νεάτερνταλ μέσα μας και γίνονται Ζουλού. Τουλάχιστον οι Χόμο Σάπιενς είναι κλεισμένοι στα κλουβιά. Οι πιο επικίνδυνοι. Τους ανθρώπους τους χειρίζεσαι δύσκολα. Και τους κατανοείς δυσκολότερα.

(μητέρα σε απόγνωση: )
-Πότε θα μάθεις να οδηγάς?
-Ποτέ.

Δεν οδηγώ τίποτα. Δεν οδηγώ πουθενά.

Φοβάμαι να οδηγήσω. Φοβάμαι να με οδηγήσω κάπου. Φοβάμαι το άγνωστο και το γνωστό...

Δεν θέλω να μην με γνωρίσω.Φοβάμαι να με γνωρίσω.

-Φοβάσαι το θάνατο?
               
                                                             -Εγώ ναι, πολύ.

Φοβάμαι να ζήσω, φοβάμαι να πεθάνω. Φοβάμαι το καινούριο που με επισκιάζει, το παλιό που με στοιχειώνει, το κρύο ,τη ζέστη , τον ήλιο, τις στιγμιαίες καταιγίδες που κάποτε έφτασαν και φεύγοντας υποσχέθηκαν πως θα ξαναρθούν .

Μισώ όταν το στόμα μου ασυναίσθητα σφραγίζει καταδικάζοντας σε αιώνια σιωπή τις πιο τρελές μου σκέψεις. Μισώ τον εαυτό μου που εξελίσσεται σε κάτι άγνωστο, μισώ την Έλενα που μεγαλώνει, μισώ οτιδήποτε αφήνω μισό στη ζωή μου.

Συνήθισα να μισοδαγκώνω  τις εμπειρίες μου. Συνήθισα να εγκαταλείπω δύσκολα τις θεωρίες και εύκολα τις πράξεις. Συνήθισα να με καταστρέφω όταν κουράζομαι, να με ξεβάβω όταν πληγώνομαι, να με διαγράφω όταν δεν με καταλαβαίνω. Κάποιες φορές συνήθισα να βαριέμαι αφήνοντας τα δευτερόλεπτα απλώς να περνούν.


Διάβασα κάποτε ότι υπάρχει ένα είδος πεταλούδας που ζει μονάχα μία μέρα
 …και μία μέρα όλες οι ζωές χάνονται.

Πονάει. Με πονάει η απάθεια, πονάω όταν προσπαθώ να απολογηθώ για φταιξίματα που άδικα μου αποδόθηκαν. Πονάω όταν νευριάζω, όταν με νευριάζουν. Πονάω όταν δεν μπορώ να κλάψω από πόνο και πλέον μόνο ο εγωισμός μου αφήνει τα δάκρυα να τρέξουν

                      Πόσο δίκιο είχε ο άνθρωπος με το στραβό καπέλο…
Ξεφουσκωμένη ζωή. Σκουριασμένες αλυσίδες-σαπισμένα συρματοπλέγματα θαμμένα στην άμμο. Όνειρα γραπωμένα από μυστικά όπλα αλλόκοτων μηχανικών κόσμων. Άγνωστα συστήματα. Περίεργες εκφράσεις. Μηδαμινές λέξεις .Αναίσθητοι φόβοι ,πόνοι και θάλασσες. Θάλασσες νεκρές-πολλές και όχι μια όπως μας έμαθαν.

Κατεστραμμένα ποδήλατα σε απόμακρους σκουπιδότοπους. Εκεί ζήσαμε. Μάταια ξοδευτήκαμε επισκευάζοντας τελειωμένα ποδήλατα.
Κανείς δεν βγήκε με το μονόκυκλο απ’ το βάλτο. Αρκεστήκαμε να παρακολουθούμε τα τέρατά μας να μας κυκλώνουν, να μας γραπώνουν όταν ήθελαν να παίξουν και να μας ξεσκίζουν με τα δολοφονικά τους νύχια.   
    Είπαμε ευχαριστώ

 Δεν ξέρω ν’ αντιδρώ λογικά. Δεν ξέρω τι θα πει λογικά . Δεν ξέρω τι θα πει αντίδραση. Απλά αφήνομαι στα ρεύματα.

Φοβάμαι και λυπάμαι.

Δεν ξέρω που πετάνε τις τελειωμένες ζωντανές ψυχές

Φοβάμαι και λυπάμαι για τον κόσμο.
Φοβάμαι και λυπάμαι για μένα.
Πιο πολύ για μένα.

Ας ήξερα να ζω...