Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Exit




‘’
Σε ξεδιψούν οι τύψεις. Έχει πλάκα να τις βλέπεις να λιώνουν μες τους φόβους.

Η Βον λέει όμορφες ιστορίες τις μέρες που κοιμάται. Βαριανασαίνει πάνω τους. 
-Δεν θέλω να τις χάνω. Δεν θέλω να φεύγουν.


 Τις μαγευεί τις ιστορίες της με τ’ οξυγόνο που δεν προλαβαίνει να κρατήσει για την ψυχή της. 

Είναι μικροσκοπική η ψυχή της, μου είπε.

Ο κύριος με το θαλασσί σκουφάκι ακροβατούσε μεταξύ τρέλας και αλήθειας. Δυσκολεύομαι να διακρίνω πότε αυτά ταυτίζονται.


-Τις ξέχασα στο σπίτι τις τύψεις που σου χα κρατημένες.


-Θα έρθω και θα ψάξω.

                       -Θα σε βρω και θα στις δώσω.

           -Όχι όλες, δεν τις αντέχω.

-Δεν σε αντέχω.


Μου τη δίνει να πατάς πάνω στα πόδια μου όταν παλεύω να σταθώ πάνω τους. Σου χα πει μην μ’ εμποδίζεις να περπατάω πάνω στα γυαλιά μου.


-Πως την λένε αυτήν την κυρία;


Κι όσα δεν ξέρεις, δεν θα μάθεις.
Όσα δεν είδα, δεν θέλω να τα δείς. Να τα κοιτάζεις μόνο φευγαλέα, για να μου δίνεις τις εικόνες που πέταξες στα παλιά σου συρτάρια.


-Δεν ξέρω.

- Που πηγαίνει και δεν ξέρεις;


Να μιλάς στους τρελούς που σε κοιτούν στο δρόμο.
Να μιλάς στα τραγούδια που ξέχασες και σε καλούν πίσω σαν σειρήνες. Είναι όμορφες οι σειρήνες.
Είναι γλυκιά η ανάσα τους, μυρίζει μανταρίνι.



Ξεφλουδίζονται οι ψυχές μου είπε μία μέρα η Λένα.

Ξεφλουδίζονται οι άνθρωποι.

Ξεφλουδίζεσαι στους φόβους. Δεν γλιτώνεις, μην τους κρύβεις στη βαλίτσα.


-Θα τα φάνε οι κοριοί και το ξέρεις. Θα τα φάνε οι αποφάσεις και οι αδυναμίες . Θα τα βρούν τα ίχνη σου και θα τα σβήνουν όπως εσύ ξέχασες.


-Όσο εσύ ξεχνούσες.



Κοιμούνται τα ‘μπορώ’ σου, κι όσο ξεκουράζονται μικραίνουν. Μην τα αγνοείς, θέλουν φροντίδα. Ατροφικά πλάσματα της συνειδησής σου σου είναι όλα.


-Τους δαίμονες σου να τους πάρεις πίσω τ’ακους;

-Δεν μπορώ.

-Όλοι δικοί σου είναι

-Δεν θυμάσαι καλά.

-Μου χρωστάς μία παρτίδα σκάκι.



Μέρες που χάριζα τα τέρατα μου. Στα έδινα ένα ένα να τα ξεσκονίσεις κι εσύ φτερνιζόσουν. Κλείσε τα μάτια σου επιτέλους, ξεραίνουν τους πόνους όλη μέρα ανοιχτά. Ξεραίνουν τους καπνούς που βγάζεις απ το στόμα σου. Τους δινουν μορφή και γίνονται άνθρωποι



Κι έτσι φτάσαμε στην ήττα. 

Νύχτες απο παραισθήσεις. Μέρες που ξημέρωναν τα βράδια. Όλα δικά μας ήταν χωρίς να μας ανήκουν.


Σε ήξερα και σε κοιτούσα. Πάλευα με τις αδυναμίες σου για να μην με τυλίξουν,
για να μην με τυλίξεις.


Η αδιαφορία σου, δική μου.


Τα λάθη σου σου δικά μου. Για τις βλακείες  μας εγω φταίω, σου πα να μην τις αφήνεις στο ηλίθιο μπακαλόχαρτο που κρατούσες για να γράφεις τις ζωές σου.



Σφάζεις τις μέρες και τις νύχτες μου χωρίς να ξέρεις το γιατί.


Εναντίον ποιανού έρχεσαι; Αρκετά με τον εαυτό σου.
Με κούρασαν οι μάχες σας


-Πόσο αίμα σου μεινε για να τα παρατήσεις;  
-Όσο οξυγόνο ξοδεύεις τα βράδια για να πνίγεσαι με τα ίδια σου τα χέρια.


Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση.


Με νοιάζουν οι θάλασσες που έχασα στις κόκκινες ιστορίες σου.
Με πειράζουν τα χαμόγελα που πέταξα στην ανακύκλωση για να σου κάνουν κακό.

Ήταν μέρες που κάναμε βόλτες στη μεγάλη πόλη αγκαλιά με τις μεγάλες γκρίνιες. Τις είπα πάρει μαζί μου, δεν ήθελα να στο πω για να μην χάσεις τις ευθύνες σου. 

Τις θέλω τις ευθύνες σου να τις κρατάς για σένα. Αν έχεις μόνο δώσε μου δύο παράπονα γιατί δεν μου περισσεύουν. Οι εαυτοί μας είναι βήματα. Σε χτίζουν και με χτίζουν για να πέσουμε πάλι. Πάντα μαζί πέφταμε θύμασαι;


Στο είχα πει

ό,τι και αν κάνεις, θα καταστρέφω τους εαυτούς μου καλύτερα απο σένα.
Δεν πρόλαβες, έφυγαν τα παραμύθια.


Μένουν δύο ψέματα.

Κάτι δικό μου να με θυμάσαι. 

Δεν μου μεινε τίποτ’ άλλο αληθινό να σου χαρίσω.



Πάρε και τα γονατά μου και δώσε μου τα χείλη σου για να μιλάω.
Θέλω να λέω τις αλήθειες σου που παρέλειψες ν’ αφήσεις για έλεγχο.
Θέλω να μιλάω για τις μέρες που οι κόμποι στο λαιμό σου ήταν δυνατότεροι απ την αυτοεκτίμηση μου.
Θέλω να αφηγούμαι τα παραμυθάκια σου που ήξερες όμορφα να λες μέσα στις ψεύτικες αισθήσεις σου.


Να μη μου λες πως εξαφανίστηκα. 

Δεν θέλω να σε βλέπω γιατί ο χρόνος μιλάει συχνά για σένα και όσο υποχωρείς, φευγούν και οι μέρες απο πάνω μου.

                                                                       Μία μία...

Να μην ξεχάσω...
Δεν με νοιάζει να σου δώσω καμία απάντηση
Δεν σου χρωστάω καμία απάντηση ούτως ή άλλως. ‘’


Η Ευριδίκη είχε αφήσει τα τελευταία της λόγια δίπλα στη λίμνη που ο Ορφέας γέμιζε με τα παράπονά του.  Μαζί άφηνε και τη λήθη της. Όλη δική του.


Δεν την ξαναείδε απο τότε.

Δεν θα την ξαναδεί.


Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Μια φορά κι ένα όνειρο



Ο Ορφέας είχε πάει μια βόλτα στον Άδη.  Ήθελε να μαγέψει και τους νεκρούς με τις μελωδίες του. Ήταν όμορφες οι μέρες στην κόλαση. Ήταν όμορφη η Ευρυδίκη.

Τους άκουγα να ανταλλάσσουν λέξεις όσο εκείνη βυθίζονταν στα σκοτάδια της. Η Ευρυδίκη τον αγαπούσε τον χαμό της. Ο Ορφέας μισούσε τους κολασμένους. Μισούσε και την Ευρυδίκη που χάθηκε χωρίς να πει τίποτα στους ανθρώπους του φωτός.


-Υποκρίτρια!

-Κι εσύ

-Κι εγώ

-Φεύγω.

-Πάλι;


Tις μέρες χάριζα τα μαλλιά μου στον αέρα. Ήθελα να πιστεύω ότι δεν υπάρχω. Όλα ήταν έτσι πιο εύκολα. Κυλούσαν οι μέρες μακριά απ τα τραγούδια του Ορφέα. Με μάζευαν οι νύχτες σαν νερό απ τις γιγαντιαίες χούφτες τους. Κι εγώ συνέχεια μίκραινα. Και έφευγα. Μου άρεσε να φεύγω.
Τις μισούσα τις βροχές. Μια αναπνοή παραπάνω απ’ ό,τι τον χρόνο. Δυο αναπνοές λιγότερες απ ό,τι εσένα. Όσο θυμάσαι, αν θυμάσαι.



Εγώ που με ξέρεις. Αν με ξέρεις.”



-Μην θυμώνεις, δεν σε ξεχνάω.

-Ποτέ δεν σε ξέχασα.

-Ποτέ δεν με ξέχασα.

-Σε μια γραμμή στημένοι θα κλαίμε για τα λάθη μας.

-Τα δικά σου λάθη.

-Που γίνανε δικά μας.

-Που γίνανε καταστροφές

-Που έγιναν η καταστροφή σου.


-Το νερό στο ποτήρι σου εξατμίζεται ευκολότερα απ’ ότι νόμιζες. Δεν θα μείνω εκεί για πάντα αν μ’ αφήνεις να καίγομαι κάτω απ τη σιωπή σου.
-Αν ήξερες μόνο.
-Αν με άφηνες να γνωρίσω κάτι παραπάνω απ τις καταραμένες μελωδίες σου.
-Οι φωνές σου ήταν καταραμένες. Δεν μ αφήνανε να κοιμηθώ στην άγνοιά μου.
-Για μένα κατέβηκες ή για τις φωνές μου;
-Για τις δικές μου φωνές. Μου έπνιγαν τη νύχτα, δεν είχα άλλη επιλογή. Ήθελα να ζήσει για να μου λέει ιστορίες που ξέχασες.

Ο Ορφέας ξέχασε τη λογική του στον κάτω κόσμο μαζί με την Ευρυδίκη.
Μαζί, του προξενούσαν εφιάλτες για περιπάτους στους νεκρούς. Τους έδειχναν εικόνες οι μελωδίες του. Τους έδειχναν την κατάντια σας. Νεκροί είστε όλοι σας.

-Αν με άφηνες μόνο να ζήσω λίγο παραπάνω απ τις ηλίθιες αναμνήσεις σου.
-Αν μπορούσες μόνο να έχεις λίγη παραπάνω ζωή απ’ τις δικές σου αναμνήσεις.
-Ίσως υπήρχα.
-Ίσως έτσι μπορούσα να σε σκοτώσω μια και καλή. Χωρίς να χορεύεις με την ψυχή μου. Χωρίς να τρέφεσαι απ τις σκέψεις μου.
-Χωρίς να κρατάς τον εαυτό μου.

Η Ευρυδίκη τα κατάφερε και γύρισε κρυφά πίσω, στο φως. Ο Ορφέας αφού κουράστηκε να ταλαιπωρεί τις χαμένες ψυχές, κάθισε να ακούσει τα παρακάλια και τους θρήνους τους. Τις πρόσεχε ευλαβικά κάθε μέρα, για να μην φύγουν. Όσες τολμούσαν να πάρουν το δρόμο του γυρισμού κέρδιζαν το δικαίωμα να ξεκουραστούν μακριά απ τα πόδια τους. Ήταν κοφτερές οι νότες του Ορφέα. Έτσι και οι μελωδίες ταξίδευαν στους δύο κόσμους και άφηναν παντού χνάρια απο παλιά σακατέματα του αφέντη τους. Τα κουβαλάν και σήμερα πολλοί άνθρωποι και η Ευρυδίκη όταν τους βλέπει, γελάει και χάνεται. Πάντα χάνεται.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Για μια ιστορία



‘Μην ρωτάς τους πληγωμένους για τη μοναξιά. Εμένα θα ακούς. Σπάει και ξαναφτιάχνει. Μην τη λυπάσαι. Κανείς δεν την θέλει. Κανείς δεν την αντέχει’. Έτσι δεν μου λεγες Αρίωνα;

Και πάντα μόνος σου θές να μένεις στο τέλος. Σε βλέπω. Σε ξέρω. Αγκαλιά με δυο προτάσεις . Παρέα με τους πλαστικούς καθρεφτες για ασφάλεια. Σπάει εύκολα η αλήθεια. Αν ήξερες μόνο ποιός είσαι και γιατί...

Ένα κοριτσάκι είναι η μοναξιά. 

Πέντε. Φοράει κόκκινη κουκούλα και σε κυνηγάει όσο τρέχεις. 

Δέκα. Μαζί σου θα είναι όταν δεν τη θες. Ένας μύθος είναι όσο δεν τη νιώθεις.

Δεκαπέντε. Τα δόντια σου φαίνονται τις ώρες που κρύβεται απ την οργή σου.

Είκοσι. Φυλάει τις δυστυχίες που της δίνεις να κρατάει σαν να ήταν δικιές της. Δική σου πάντα.

‘Χαίρω πολύ, εγώ είμαι’

‘Κράτα τις αισθήσεις σου μακρία τους. Κι εγώ τους φοβάμαι, το μυστικό σου είναι δικό μου.’

Φταίνε τα ψίχουλα που τη έριχνες για να μην χάνει το δρόμο. Μονοπάτια για το θανατό της κοντά σου. Σε κοιτούσα τότε. Το μεσημέρι που την ξέθαβες για να την λιώσει καλά ο ήλιος.

Σπάει και σε διώχνει. Μην την ενοχλείς γιατί εκδικείται.

Είναι ο κόσμος σου η μοναξιά. Γυρίζει συνέχεια. Γυρίζει παντού.

Να τη διώχνεις γιατί όταν είναι κοντά σου ξεχνιέται και δεν μαζεύει τα σπασμένα.

Είναι γυναίκα η μοναξιά. Μαζί τρελαίνετε τους δαίμονες σου, σας έχω δει τα βράδια. Ο σαρκασμός σας μου χάιδευε τα βλέφαρα τις ώρες που γελούσατε. Γελούσατε μαζί μέχρι να ξημερώσει. Μέχρι να φύγει και να σε κάνει πάλι ανθρωπάκο.

‘Τα γιατί σου να τα πάρεις πίσω, δεν τα θέλω’

Είναι μάγισσα η μοναξιά. Μου το είπε η όρασή σου ένα μεθυσμένο βράδυ. Και αν σου μιλήσει χαρίζεις τις αναπνοές σου μία μία. Σας έχω δει. Πάντα γελούσατε. Γελούσα κι εγώ μαζί σας.

Σπάει και σε εξεφτελίζει.

‘ ...Ενενήντα, ενενηνταπέντε, εκατό, φτου και βγαίνω’

Στο μυαλό σου είναι η μοναξιά. Μια φορά με βούτηξες κι εμένα εκει στο χάος της μισανθρωπιάς σου. Επιπλέω, δες με. Η μοναξιά σου μ’ αγαπάει. Εσύ είσαι αυτός που μισεί και αφανίζει. Την πονάς πολύ μου είπε μία μέρα. Να την προσέχεις περισσότερο.

Σπάει και σε πληγώνει. Να της λες ιστορίες για να κοιμηθεί, αλλιώς βρικολακιάζει.

Μην της μιλάς, πάντα ψέματα λέει. Χρόνια τώρα σε παραμυθιάζει με τα καλλωπισμένα ευχαριστώ της κι εσύ την ακούς και τη θαυμάζεις. Την τάισες τη μοναξιά σου καλύτερα απ τις τύψεις σου. Μόνο που ξέχασες τα λάθη σου μες το νερό. Λάθη που μουλιάσανε. Πολλά μικρά λάθη που φτιάξανε την καληνύχτα.

Σε βλέπω, σε ξέρω.

Μια καληνύχτα είναι η μοναξιά σου. Τα βράδια σκεπάζεσαι με τους φόβους της και τρέχεις στις γωνίες να σου πει τις προσευχές της. Πόσες απο αυτές ξέρεις απέξω;

‘Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μπαρ ζούσε ένας άνθρωπος...’

‘Να μην βάζετε ζάχαρη στο ποτό σας κύριε.’

Κρατάει τις καταστροφές σου απ το χέρι και τις πετάει στη θάλασσα για να δει πως τσιρίζουν. Την έχω δει να παίρνει το σχήμα της σωτηρίας τους.

Κράτησε τα βοτσαλάκια που έβαλε στις χούφτες σου για τη μέρα που έλεγες. Τα κομμάτια που σπάσανε κολλάνε με λόγια, θυμάσαι;

Θα ψιθυρίζω στη συνείδησή σου αυτά που ξέχασε.
Σου μιλάνε. Σε μισούνε. Σου μιλάει. Σε μισεί.

‘Και μετά ήταν δύο άνθρωποι΄

‘Σειρά σου τώρα’.


*A. ευχαριστώ πάλι για τις ιστορίες αυτής της εβδομάδας. Εγώ τα σημειώνω. Μην ξεχνάς να γράφεις.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Οι λέξεις.


Ήταν γραμμένες στην άμμο έναν χειμώνα που πέρασε. Απο κάποια μάγισσα μάλλον, που καταράστηκε τις καλοσύνες του Απόλλωνα. Μόλις που πρόλαβα να τις διαβάσω πριν τις σβήσει το κύμα. Λέξεις που έγιναν ένα με το κύμα-

"Να τα φοβάσαι τα δελφίνια.


Σε κουβαλάνε πάνω στις σάπιες ράχες τους ώσπου να πιστέψεις οτι σώθηκες.

Δεν το κατάλαβες

Σε έπνιξαν με τα τραγούδια τους.

Η απάντησή τους στις δικιές σου μελωδίες.



Δεν είναι φίλοι σου. Κανείς δεν είναι.



Μη γελάς.

Εγώ γελάω που βλέπω το πτώμα σου να επιπλέει στο νερό.

Ακούγεται όμορφα σαν τα ποιήματα που σιγομουρμούριζες κάποτε.

Δεν με ακούς, αλλα θα σου μιλάω μέχρι να φτύσεις όλη την αλμύρα απ τα πνευμόνια σου. Θα σε θάψω σφυρίζοντας σαν τους δολοφόνους σου. Μην ανησυχείς, δεν θα σε βλέπεις. Θα είσαι μακριά, εκεί στον κόσμο που αποφάσισες να μείνεις. Εκει θα μείνεις



Κι εγώ θα ξαπλώνω στην παραλία με τα συναισθήματα που του τους χάρισες και θα τα λέμε.

Θα γελάμε.

Κανείς δεν θέλει να γίνει ανώφελα χαρούμενος, να το θυμάσαι.

Θα γελάμε μαζί σου.



Ο Αρίων μου λέει να βάλω στη σειρά τις λέξεις μου.

Οι λέξεις δεν είναι στρατιωτάκια. Επιτίθονται όταν πιέζονται. Λένε ιστορίες που ξεσκίζουν το παρελθόν και αχρηστεύουν το μέλλον.

Οι λέξεις δεν γνωρίζουν να με υπακούν. Ποτέ δεν ήθελαν άλλωστε. Οι λέξεις είναι δελφίνια.

Δεν είναι φίλοι σου.

Ξέχνα τα πλάσματα που σε έσωσαν όταν δεν είχες το θάρρος της αυτοκτονίας.

Πρέπει να ξέρεις ν' αγαπάς το θάνατο. Δες με.

Δένεις την αθλιότητά σου με τα σάβανα του Αρίωνα και την κουβαλάς παντού μαζί σου σαν μωρό. Μην την πετάς πάνω μου, έχω αρκετή δική μου. Γίνεσαι αίμα, κινείσαι και ραντίζεις τα μάτια μου. Φύγε. Με λεκιάζουν τα φάρμακά σου. Η αθλιότητα είναι μόνο δική μου που σ' ακούω. Αρίωνα όλοι σκοτεινοί είμαστε. Ο καλός ο κόσμος που ονειρεύτηκες να ζω είναι μόνο στις λέξεις. Στις δικιές μου μόνο λέξεις. Εσύ δεν ξέρεις. Ούτε εγώ.

Ακροβατώ ανάμεσα στους τόνους και τις τελείες. Πέφτω στα διαστήματα. Ο καλός ο κόσμος σκοντάφτει συνέχεια.

Όμορφες τρικλοποδιές της βλακείας μου.

Μετράω τη βλακεία μου στα δάχτυλα των ποδιών σου.

Μετρούσα.



Μην με κατηγορείς που έχασα τους αριθμούς. Και αυτοί λέξεις είναι τι να τους κάνεις;

Να μην το ξεχάσω...

Ο καλός ο κόσμος υπάρχει μέσα στη στη σούπα σου ήδη πρίν την ιστορία της αράχνης. Όλοι αράχνες είμαστε κι εσύ φοβάσαι την τίγρη.

Μίλησα με τη γυναίκα της ιστορίας στο σύμπαν που μου έμαθες. Μου είπε δεν το θελε. Κι αυτή να λυτρωθεί έψαχνε. Ηθελε να εξαγνιστεί μέσα στο καυτό νερό. Ήθελε να σου δώσει το θάρρος της αυτοκαταστροφής που έχασες σε προηγούμενη ζωή.

«Το νερό ήταν όμως παγωμένο, σαν τις λέξεις του»


Μου είπε να σου πω συγνώμη. Δεν στο λέω γιατί ποτέ δεν έχει αξία.

Ο κόσμος είναι καλός για λίγο Αρίωνα. Ο σερβιτόρος θα μείνει άλλη ιστορία.

Δεν θέλω να ξέρω τους καλούς ανθρώπους. Δεν έχουν ταυτότητες και κυκλοφορούν με θηλιές στο λαιμό για να φοβίζουν τις ψυχές. Περπατούν στις μύτες για να μην τους ακούσεις όταν χορεύουν κλακέτες πάνω στα σπασμένα σου δόντια. Έτσι νομίζουν τουλάχιστον.

Ο υποχθόνιος κόσμος σου δεν με τρομάζει. Τις μισώ τις καλοσύνες. Με κάνουν αδύναμη.

Αδύναμη ήμουν πάντα και το ξέρεις.

Και κάτι ακόμα.

Μην κλαίς όταν σε πνίγουν τα δελφίνια. Εσύ τα προσκάλεσες ανάμεσα στα σκέλια σου. Τώρα μείνε να σου τρώνε τα σωθικά. Είναι καλός ο κόσμος... "



Αρίωνα σ' ευχαριστώ για τις ιστορίες.

 Διάβασε κι άλλες δικές του.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Έτσι γελάς;




Ήταν βιαστικό και κούτσαινε. Δεν πρόλαβα να του πω πολλά.
Δεν λυπάμαι.
Είναι στη φύση του να μένει πίσω.
Όχι για πολύ. Δύο στιγμές
 ώσπου να το αρπάξουν οι ιστορίες του μέλλοντος.


"Δεν ξέρεις.
Στο τελευταίο ραφάκι, σε ένα μικρό ξύλινο κουτί, έκρυψα κάποτε τα τελευταία χαμόγελα μιάς ζωής.

Εκεί με τις άλλες συμφορές της Πανδώρας.

Θυμάμαι ακόμα τις μέρες που τα μάζευα ετοιμοθάνατα απ τους δρόμους.

Χιονισμένες μέρες της άνοιξης.

Τα έπλυνα με σκοτάδι . Οι αναπνοές τους σπαρταρούσαν στα χέρια μου.

Το σκοτάδι καταργεί τα χαμόγελα. Δεν  το ήξερα τότε.

Τα άφησα να σαπίζουν στην καταστροφή που τους προκάλεσα.

Έπαιζα κάθε μέρα με τα χαμόγελα, μέχρι που ξέχασαν να γελάνε.
Ξεχάσαμε

Άδικα με κατηγορείς για λέξεις που δεν γνωρίζω.

Εκείνοι φταίνε.

Τα θηρία των μικρών σκοταδιών δεν βλέπουν τα γυάλινα χαμόγελα και τα σπάνε.


 Πως έσπαγες τα δάκρυα κάποιους καιρούς, θυμάσαι?

Μην μιλάς, δεν θα ακούω τις φωνές σου. Δεν είναι τέτοια η εποχή να θες να χλευάζεις τα τυφλά τους μάτια. Τη ζήσαμε μία κόλαση, δεν χρειαζόμαστε μια ακόμη.

Δεν περνάν οι μήνες όταν οι μέρες ερωτεύονται την ευτυχία.

Άδικα ψάχνεις, δεν είναι πουθενά. Ξεκουράσου.

 Ξέρεις, τα χαμόγελα όταν βγαίνουν έξω με υπνωτίζουν. Δεν τις ελεγχεις τις προθέσεις τους.  Δεν ελέγχεις τις προθέσεις σου.

Σταμάτα να υποφέρεις. Τα βασανιστήριά σου δεν είναι για τα δόντια τους.
Βρες αλλού την κακία που ψάχνεις, εγώ δεν δίνω τίποτα

Στο είχα πει,
Σε εκείνες τις αποδράσεις, ψηλαφίζουν στα κρυφά  τη ζωή μου για να πάρουν μαζί τους ο,τι ίχνος ευτυχίας τους διέφυγε τόσα χρόνια. Δικές μας όλες οι συμφορές.

Μου το είχες πει,
Μη μοιρολογείς τη δυστυχία, είναι μεγάλο αγαθό για να την έχεις ολόκληρη και αληθινή

Ακόμα δεν έμαθα.
Το βλέπω,
Όλα τρέχουν στις στιγμές όταν ντύνεις τα μάτια σου με υποσχέσεις και υποθέσεις.

Και οι νύχτες στέκονται πάντα εκεί να παραμιλούν για τις λογικές που περνούσαν απο μπροστά τους και ποτέ δεν σταμάτησαν.
Ένα γειά κι ένα αντίο είναι οι λογικές, δεν του κλέβεις παραπάνω λέξεις.

Σε βλέπω,
Κι ότι έπλασες στο μυαλουδάκι σου για ετοιμόρροπους κόσμους όλα παραμυθάκια ήταν.
Ένας είναι ο κόσμος και υπάρχει στ’ αλήθεια. Ούτε δικός μου, ούτε δικός σου.
Θα υπάρχει, μην τον καταριέσαι,

όλα θα υπάρχουν και τίποτα δεν θα ζει πάνω απο την αξιοπρέπεια της ήττας.

Στο είπα ξανά, δεν φταίω εγω  που σε ξέχασαν πίσω. Τρέξε να τους προλάβεις αν θέλεις.
Πριν κλείσει το κουτί.
Πριν μεγαλώσεις μικρό χαμόγελο.''

.
Φωτογραφία: Ευχαριστώ Σ.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Καληνύχτα.


Έχει κρύο σήμερα. Φεύγω, πάω πίσω.


Μην πας πολύ μακριά Έλενα. Εκεί ανάμεσα στα βράχια που έσπαγες σαν κοχύλια τις επιθυμίες σου θα σε βρώ.

Και δεν θα σε ψάχνω.


Μόνο θα χάνεσαι.

Και θα χάνομαι μαζί σου.

Αναπνέω ελπίδες που εξατμίστηκαν στις ζέστες. Ξεβρασμένες αποφάσεις που γίνανε κουφάρια.

Πως γίναμε κουφάρια.



Δεν τρέχω πια, κουράστηκα. Μόνο που μένω να φέρνω σβούρες γύρω απο τον εαυτό μου. Μέχρι να ζαλιστώ. Μέχρι να ξεράσω όλες τις εποχές απο μέσα μου και να μείνει το σάπιο μυαλό μου να ραγίζει κατω απο το φως του μεσημεριανού ήλιου. Μέχρι να πέσω κάτω. Μέχρι να μην υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο απο το χώμα που συγκρατεί τα γδαρμένα μου πόδια.

Στα λεγα, μην πατάς πάνω στα γυαλιά που έσπασες.

Ποτέ δεν άκουγα.

Ποτέ δεν σ’ακουγα.

Να τα προσέχεις τα γδαρμένα πόδια μου. Θα σε κλωτσάνε μέχρι να δουν τη λυτρωτική σου λύπη στο πρόσωπο που διάλεξες να έχεις.

Μη με μεθάς άλλο με τις λέξεις. Κουράστηκα. Οι λέξεις μου τρώνε το συκώτι.

Να τις προσέχεις τις προτάσεις. Σε μαχαιρώνουν όταν τις παραμελείς.

Ζούμε τα μικρόβια των ψυχών που χάσαμε. Μια φορά ανα τρείς μήνες τα ψεκάζουμε με οινόπνευμα μέχρι να αποκτήσουν κι αυτά δικές τους ψυχές.

Ζούμε τα εμπόδια που βάζουμε στα στόματά μας για να μην φτάσουν τις σκέψεις που φοβόμαστε.

Πεθαίνουμε με τις νότες που ακούγαμε τα βράδυα να πέφτουν απο τα κομμένα αυτιά μας .

Μην με παρεξηγείς Έλενα. Έτσι ήμουν πάντα και κακό δεν θα σου κάνω. Μόνο εμένα ξέρω να βλάπτω- ίσως που και που και καμία παροιμία που διάλεξε να με πιστέψει.

Μη με πιστεύεις.

Πάντα ψέματα λέω.

Ένα ψέμα είμαι εκεί στην άκρη με τα άλλα ψέματα.

Να σε πιστεύεις.

Είσαι πολλές αλήθειες.

Εκει στην άκρη με τα άλλα ψέματα που έκανα αλήθειες.



Και θα χάνομαι μαζί σου Έλενα.

Όλοι μαζί θα χανόμαστε στις αποφάσεις μας.

Θα χάνουμε τα λάθη μας στο δρόμο και θα δημιουργούμε άλλα για να χουμε εφόδια.

Εκεί σκόρπια ,πεταμένα στους χωματόδρομους θα τα βρίσκουμε όταν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω.

Φεύγω, πάω πίσω

Πηγαίνω να βρω τα λάθη μου πριν τα πνίξει η βροχή.

Και αν δεν προλάβεις ,το χώμα γίνεται λάσπη και τα λερώνει.

Μας λερώνει.

Δεν πρόλαβα την ξηρασία.

Πνίγομαι ανάμεσα στα νερά που πέφτουν.

Στα δάκρυα που δεν πέφτουν.

Ποτέ δεν προλάβαινα.



Γύρισα σπίτι με το νερό της βροχής στα πνευμόνια μου. Γίνεσαι στοιχειό όταν χαρίζεις τις αναπνοές σου στο νερό. Γίνεσαι άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Να θυμάσαι Έλενα. Λίγες ζωές μείναν ακόμα. Φτου κι απ την αρχή. Πάλι απ την αρχή.

Έτσι ξεκινάνε τα φθινόπωρα.

Έτσι υπάρχουν και διαιωνίζονται οι χειμώνες.

Οι δικοί μου χειμώνες.

Εγώ είμαι. Μην φοβάσαι.


Καληνύχτα καλοκαίρι.








Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ιούλιος


Aπο το κενό πάντα βλέπεις τους ανθρώπους να φεύγουν κρατώντας στο χέρι μια σακούλα πιστεύω κι δυο ψίχουλα δυστυχίας. Πιο χαμηλά δεν πάει, θυμάσαι?



Εκείνες τις μέρες οι άνθρωποι ξεφεύγουν. Περνάνε κάτω απο τα χαμόγελα και διασχίζουν με παγωμένο βήμα τις αποτυχημένες παγίδες που τους έστησες.Οι αναποδες πραγματικότητες περιστρέφονται γρηγορότερα απο όσο υπολόγιζες. Στο αμυδρό φως δεν έχει σημασία ποιος γίνεται χειρότερος απο τον άλλον. Στα σκοτάδια μας όλοι τέρατα είμαστε. Κάποιοι ανόητα στήριξαν τη λύτρωση στο φως του ηλίου.Μην τους πιστεύεις. Φροντίσε μόνο να συγυρίζεις και να χτίζεις ξάνα τα ανθρωπάκια που γδάρθηκαν πάνω στη ανθρώπινη βλακεία. Για να υπάρχει κόσμος. Για να ξαναϋπάρξει κόσμος.


Όλοι ανακυκλώσιμοι είμαστε.

Τα φεγγάρια του Ιουλίου πονάνε περισσότερο απο τ αυγουστιάτικα.


Το σκοτάδι τα τρελαίνει. Γίνονται αρπακτικά. Ακίνητα και άψυχα, έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Άπληστα φεγγάρια. Αιωρούνται πάνω απο τα επιτευγματά σου. Χωρίς να το καταλάβω, τα βλέμματα τους είχαν κλέψει τα όνειρα που άπλωσα να στεγνώσουν μετά τις ανοιξιάτικες βροχές. Τα φεγγάρια σε σκλαβώνουν με το φως τους κι εκει που δεν το περιμένεις σε εξαφανίζουν. Τα φεγγάρια είναι επικίνδυνα.


Τα φεγγάρια πονάνε πολύ.

Οι τυχεροί καταλήγουν πάλι να γλείφουν τα πόδια των νεκρών. Έτσι μαθαίνουν να μην ζούν. Να κάνουν τις λέξεις ήχους. Να λατρεύουν την ευτυχία που ποτέ δεν γνώρισαν. Να χάνουν το μυαλό τους εσκεμμένα για να γλιτώσουν.


Να περιμένουν την επόμενη καταιγίδα.

Η ζέστη ανοίγει πληγές στα σώματα και τα ταράζει. Λίγο πριν την καταστροφή σου, μηδενίζονται κι αυτά. Μη χαθείς έτσι. Παραδώσου στις πολύχρωμες δίνες τους.


Σε αφανίζουν όμορφα.


Παλεύω ν' ακουστώ μέσα απο τα προσωπά. Τα ακολουθώ και μαζί θριμματίζουμε λίγο λίγο τ' απομεινάρια του χαρακτήρα μου. Δε φοβάμαι. Με έχω μάθει. Το έχω μάθει.


Τα βράδυα του Ιουλίου όλα καταστρέφονται μελωδικά.

Καταστρέφονται όμορφα.