Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Μαρμελάδα

 
Παραθέτω συζήτηση μεταξύ δύο γυναικών σε κινέζικο ρεστοράν,αφού η μία έχει προηγουμένως τελειώσει ένα πιάτο νούντλς με τσίλι. Ή μάλλον ένα πιάτο τσίλι με νουντλς.(σωστότερη διατύπωση-καλό είναι να τοποθετείται μπροστά το υλικό που υπερτερεί του άλλου):

(Η πρώτη, δείχνοντας το λαιμό της)
-Ρε συ ,νιώθω κάτι να βράζει εδώ μέσα
-Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θα ναι…
-Σοβαρά? Μ’ έχεις για συντηρητική?

3..
2....
1........

Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν. Δεν θέλουν να επικοινωνήσουν. Βράζουν συνεχώς οι Νεάτερνταλ μέσα μας και γίνονται Ζουλού. Τουλάχιστον οι Χόμο Σάπιενς είναι κλεισμένοι στα κλουβιά. Οι πιο επικίνδυνοι. Τους ανθρώπους τους χειρίζεσαι δύσκολα. Και τους κατανοείς δυσκολότερα.

(μητέρα σε απόγνωση: )
-Πότε θα μάθεις να οδηγάς?
-Ποτέ.

Δεν οδηγώ τίποτα. Δεν οδηγώ πουθενά.

Φοβάμαι να οδηγήσω. Φοβάμαι να με οδηγήσω κάπου. Φοβάμαι το άγνωστο και το γνωστό...

Δεν θέλω να μην με γνωρίσω.Φοβάμαι να με γνωρίσω.

-Φοβάσαι το θάνατο?
               
                                                             -Εγώ ναι, πολύ.

Φοβάμαι να ζήσω, φοβάμαι να πεθάνω. Φοβάμαι το καινούριο που με επισκιάζει, το παλιό που με στοιχειώνει, το κρύο ,τη ζέστη , τον ήλιο, τις στιγμιαίες καταιγίδες που κάποτε έφτασαν και φεύγοντας υποσχέθηκαν πως θα ξαναρθούν .

Μισώ όταν το στόμα μου ασυναίσθητα σφραγίζει καταδικάζοντας σε αιώνια σιωπή τις πιο τρελές μου σκέψεις. Μισώ τον εαυτό μου που εξελίσσεται σε κάτι άγνωστο, μισώ την Έλενα που μεγαλώνει, μισώ οτιδήποτε αφήνω μισό στη ζωή μου.

Συνήθισα να μισοδαγκώνω  τις εμπειρίες μου. Συνήθισα να εγκαταλείπω δύσκολα τις θεωρίες και εύκολα τις πράξεις. Συνήθισα να με καταστρέφω όταν κουράζομαι, να με ξεβάβω όταν πληγώνομαι, να με διαγράφω όταν δεν με καταλαβαίνω. Κάποιες φορές συνήθισα να βαριέμαι αφήνοντας τα δευτερόλεπτα απλώς να περνούν.


Διάβασα κάποτε ότι υπάρχει ένα είδος πεταλούδας που ζει μονάχα μία μέρα
 …και μία μέρα όλες οι ζωές χάνονται.

Πονάει. Με πονάει η απάθεια, πονάω όταν προσπαθώ να απολογηθώ για φταιξίματα που άδικα μου αποδόθηκαν. Πονάω όταν νευριάζω, όταν με νευριάζουν. Πονάω όταν δεν μπορώ να κλάψω από πόνο και πλέον μόνο ο εγωισμός μου αφήνει τα δάκρυα να τρέξουν

                      Πόσο δίκιο είχε ο άνθρωπος με το στραβό καπέλο…
Ξεφουσκωμένη ζωή. Σκουριασμένες αλυσίδες-σαπισμένα συρματοπλέγματα θαμμένα στην άμμο. Όνειρα γραπωμένα από μυστικά όπλα αλλόκοτων μηχανικών κόσμων. Άγνωστα συστήματα. Περίεργες εκφράσεις. Μηδαμινές λέξεις .Αναίσθητοι φόβοι ,πόνοι και θάλασσες. Θάλασσες νεκρές-πολλές και όχι μια όπως μας έμαθαν.

Κατεστραμμένα ποδήλατα σε απόμακρους σκουπιδότοπους. Εκεί ζήσαμε. Μάταια ξοδευτήκαμε επισκευάζοντας τελειωμένα ποδήλατα.
Κανείς δεν βγήκε με το μονόκυκλο απ’ το βάλτο. Αρκεστήκαμε να παρακολουθούμε τα τέρατά μας να μας κυκλώνουν, να μας γραπώνουν όταν ήθελαν να παίξουν και να μας ξεσκίζουν με τα δολοφονικά τους νύχια.   
    Είπαμε ευχαριστώ

 Δεν ξέρω ν’ αντιδρώ λογικά. Δεν ξέρω τι θα πει λογικά . Δεν ξέρω τι θα πει αντίδραση. Απλά αφήνομαι στα ρεύματα.

Φοβάμαι και λυπάμαι.

Δεν ξέρω που πετάνε τις τελειωμένες ζωντανές ψυχές

Φοβάμαι και λυπάμαι για τον κόσμο.
Φοβάμαι και λυπάμαι για μένα.
Πιο πολύ για μένα.

Ας ήξερα να ζω...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου