Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Να μετράς.


Την άλλη μέρα το πρωί βρήκα στο δρόμο δύο ψεύτικα φτερά. Τα είχε λιώσει ένα πράσινο Toyota.

Τρέξε κι άλλο, απέχει πολύ ο κόσμος. Φύγε μακριά μικρό μυαλό μου.
Θέλω να κολυμπήσω πιο ψηλά. Να αγγίξω τον ήλιο. Όταν λιώσουν τα φτερά μου θα ξεντυθώ και θα βουτήξω στο φώς πριν προλάβει να με κάψει ζωντανή. Ο Ίκαρος δεν ήξερε. Ας βασανίζεται μονάχος ξαπλωμένος στον βράχο που κρατάει τον σπασμένο του λαιμό. Έτσι τον βρήκαν μια μέρα.

-Πως θα μετρήσεις τις σταγόνες της βροχής μου λες?
-Θα τις γράφω στον ώμο μου για να μην ξεχνάω.
-Μα δεν ξέρεις να γράφεις
-Θα τις γράφει άλλος
-Η νερομπογιά διαλύεται στο νερό της βροχής.
-Δεν μετράς τις σταγόνες με νερομπογιά ανόητη!
-Τι ξέρεις εσύ από μέτρημα?
-Μετρούσα τα χρόνια.
-Άλλο οι σταγόνες. Δεν θα προλάβεις να τις μετρήσεις όλες.
-Καμία δεν σβήνεται. Καμία δεν χάνεται.

Ο κόσμος γυρίζει γρήγορα. Σταματάει που και πού. Ανά δεκαέξι τρένα μου είπαν. Μόλις περάσει και το δέκατο πέμπτο μπαίνουν στα εγκαταλελειμμένα βαγόνια οι μουτζούρες και τραγουδάνε ξεχασμένες καντάδες.

-Παρακαλούμε κατεβείτε. Απολογισμός υλικών καταστροφών.
-Έσπασα δύο πλευρά και πέντε δόντια
-Τι χρώμα?
-Ορίστε?
-Τι χρώμα έχουν τα σπασμένα?
-Είμαι τυφλή.
-Παρακαλούμε κατεβείτε. Απολογισμός υλικών καταστροφών.

Ανακυκλώνομαι κάθε τέσσερα βήματα. Δεν πονάει έχω μάθει. Πρώτα κόβω το κεφάλι μου και μετά το πουλάω για ένα καινούριο. Δεν κρατάει πολύ η φθορά. Και όσο μεγαλώνει ξέρει να γίνεται αόρατη. Πρέπει να την σκοτώσεις πριν σ’ εξαφανίσει μαζί της. Προς θεού μην την αγκαλιάσεις, θα σε συνθλίψει στα μεταλλικά της χέρια.
 
Πρέπει πρώτα να μάθεις να κάθεσαι για καφέ στην ηλεκτρική καρέκλα για να μπορείς να ξεχωρίζεις το πάνω με το κάτω.
Πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις τα "βοήθεια" της καταστροφής για να κάψεις τα χέρια σου στο φως του ήλιου.
Πρέπει να αρχίσεις να καταλάβαίνεις τις στιγμές που οφείλεις κερνάς υδροκυάνιο στα μάτια σου. Στην υγειά μας.

Δεν φοβάμαι. Όταν χάνω το φώς μου βρίσκω καινούριο. Ο Ίκαρος μου έμαθε πως ν’ αρπάζω τις πυγολαμπίδες από τις φωλιές τους και να τις θάβω ζωντανές στα μάτια μου. Όταν εκείνες έχουν εφιάλτες, έχει και η όρασή μου. Την ακούω που και πού να ουρλιάζει κλαίγοντας απεγννωσμένα. Είναι που προσπαθεί να διώξει τις εικόνες. Στα μάτια μου αρέσει πολλές φορές να μένουν τυφλά.

Είναι οι φορές που γελάνε ασυνείδητα.

Ξεχνάω εύκολα. Φταίει που ζω στα υπόγεια με τριάντα εφτά βαλσαμωμένες αναμνήσεις. Όταν ματώνουν και σαπίζουν , ο κόσμος μου νυστάζει. Τον αφήνω να σβήσει για λίγο και να κοιμηθεί. Το πρωί φτύνω τα λησμονημένα υπολείμματα των νυχτερινών θανάτων και ξανακοιμάμαι μέχρι να ξεκουραστώ. Κάθε πρωί ξερνάω την ψυχή μου στους τοίχους.
Μετά βρίσκω άλλη.

Ο Ίκαρος είχε ξεχάσει να μου πει πως όταν χαθείς μία φορά στο λαβύρινθο, χάνεσαι και δεύτερη.

«Πιστέψατε πως ο ήλιος καίει, παράλογοι άνθρωποι. Έτσι γίνεται πάντα. Όταν κάνουμε μονάρχη την παγωνιά, η ζέστη μεταμορφώνεται σε κόλαση.»

«…Και μαλώνουν μεταξύ τους.»

Κλείσε το παράθυρο, κάνει ρεύμα.

-Δεν υποφέρεις χωρίς την όρασή σου?
-Όχι εγώ, εσύ.

Έπρεπε να είχα αφήσει τα μάτια μου ελεύθερα. Τα ζαλίζει το πολύ φως. Δεν ήξερα.

-Τι έπαθε ο ώμος σου?
-Η βροχή χαράζει τις σταγόνες της στο δέρμα μου. Θέλει να αφήνει ίχνη για τα παιδιά της που χάνονται στο χώμα. Θέλει να μας θυμάται. Μετά μετράς τις ουλές σου…
…Καμία δεν σβήνεται. Καμία δεν χάνεται

-Δεν το ήθελα. Σε λυπόμουν.
-Κι εγώ
-Να μετράς τις ουλές σου. Καλησπέρα.



Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Περπατώ, περπατώ εις το λάθος.


Περνούν τα χρόνια Έλενα και γερνάς. Έλενα σταμάτα. Ξεκουράσου. Δύο στιγμούλες μόνο. Μία για μένα την αληθινή και μία για μένα την ψέυτικη.Ευτυχώς που αφού ξέβαψα ξανθά τα μαλλιά μου, οι μπάρμαν σταμάτησαν να με ρωτάνε αν είμαι όντως 18.


Δολοφόνησα πέντε χελιδόνια που έκαναν διάλειμμα απο το πέταγμά τους. Ήμουν μεγαλύτερη τότε.

Και ξυπνάω πάλι απ την αρχή. Η τρίτη μου κατάρα. Η πρώτη είμαι εγώ και η δεύτερη το "είναι" μου.

Συνειδητοποιώ. Το ξέρω.
Κάτι παραπάνω από αρκετά. Αρκετά για να περνάει ο χρόνος.

Ξύπνα πολύ κοιμήθηκες
Και αρκετά περνάει ο χρόνος.

Φέτος, για μια ακόμη φορά ξέχασα να βγάλω έγκαιρα τα Μάρτη μου.

Μάρτης: Ερυθρόλευκο βραχιολάκι που φοράμε το μήνα Μάρτιο για να μην μας καίει ο ήλιος. Κι αυτό γιατί λένε τα λαϊκά πράγματα «Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης.» (ακόμη δεν έχω καταλάβει πως σχετίζεται το συγκεκριμένο απόφθεγμα με τον ήλιο που καίει ) Μάρτη φοράω κάθε χρόνο από τότε που γεννήθηκα. Και για κάποιο λόγο πάντα ανυπομονούσα να φορέσω το μυστηριακό-«ξεδοντιάζω τον κακό ήλιο» βραχιόλι. Έβαζα στοιχήματα με τον εαυτό μου, πόσο θα καταφέρω να κρατήσω το μάρτη τυλιγμένο στο χέρι μου. Προσωπικό Ρεκόρ: Μήνας Αύγουστος. Μετά οι κλωστούλες κόβονται από μόνες τους.
Μετά αποφάσισα να γίνω μεγάλη. Έτσι για να τους σπάω τα νεύρα.Γιατι δεν είχα άλλα δικά μου να σπάσω.

Κόντρα στο ρεύμα. Έτσι είμαι. Έτσι ζω.
Μετά οι κλωστούλες κόβονται από μόνες τους.

Έβαζα συχνά στοιχήματα.
Βάζω συχνά στοιχήματα.

Είναι εξαιρετικά ενοχλητικό να σε προλαβαίνουν οι κομπίνες των άλλων προτού προλάβεις να γραπωθείς απ' την πνοή της μάχης

Έβαζα στοιχήματα και έπαιζα αγώνες

Εγώ και το μέλλον μου σφαζόμασταν σε μοιραίες χρόνιες μάχες.
Το παρελθόν έρχεται με το μέρος μου. Το παρόν είναι το ρουφιανάκι. Θα το ‘χαμε μάθει τόσα χρόνια , αλλά μεταμφιέζεται. Είναι αθάνατο το μπάσταρδο.

«Ψάξε,ψάξε ,δεν θα το βρείς»

 Με εκβιάζει. Χωρίς αυτό δεν υπάρχω.

Δεν θέλει τίποτ’ άλλο. Ο πόλεμος του φτάνει.

Εθισμένο στην αδρεναλίνη. Έπρεπε να το πρόσεχα από παλιά. Εγώ του δίνα τη δόση του. Δεν το κατηγορώ. Σταμάτησα ν αποδίδω ευθύνες. Στον δικό μου πόλεμο κανείς δεν φταίει.

Κι όλοι πονάνε
Ιδέες δολοφονούνται, μάτια βγαίνουν και στιγμές ακρωτηριάζονται βίαια από διαβολικούς ανέμους που στέλνουν υποχθόνιες κακόβουλα καλοσυνάτες ιέρειες. Μέχρι που τα δέρματα γδέρνονται άσχημα και ανεπανόρθωτα. Το μέλλον τ’ αποσύρει σε ακατονόμαστες σπηλιές, και λιώνουν κάνοντας παρέα σε άλλα δέρματα που τεράστια εξωτικά φίδια είχαν εναποθέσει εκεί κάποτε.
Δεν τα φοβάμαι τα φίδια.

Τους ανθρώπους τους φοβάμαι περισσότερο.


Οι κλωστούλες του Μάρτη πρέπει να κοπούν τον Απρίλη και η σωρός του βραχιολιού αναμένεται με καλή διάθεση να τοποθετηθεί σε σκεπή ,απαραιτήτως αποτελούμενη από κεραμίδια.
Ο λόγος: Τα χελιδόνια, συλλέγουν τις κλωστές πτώματα για να φτιάξουν τις φωλιές τους

Πώς πλέκουν τα χελιδόνια τις φωλιές τους?.

Αν υπήρχαν πλεκτές φωλιές για τις αισθήσεις μας…

Πως ζεσταίνεις την ευτυχία για να μην πεθάνει στο δευτερόλεπτο? Είναι άδικο να πεθαίνουν οι ευτυχίες από κρυοπαγήματα. Είναι εύθραυστα τα χαμόγελα. Είναι γυάλινα τα συναισθήματα.

Τώρα χαμογελάω.                      Τώρα όχι.

Γιατί δεν νιώθω παραπάνω τη στιγμή. Ελαττωματική ισορροπία. Προσπάθησα να βάλω την ευτυχία μου δίπλα στο τζάκι να κουρνιάσει. Μόνο για να ζήσει, τίποτα παραπάνω δεν θα της έδινα, το ορκίζομαι. 
Και πήρε φωτιά.

Κοίτα λίγο ψηλά. Είμαι το ανόητο παιδάκι που σου πετάει κεραμίδια στο κεφάλι.
Πίστευα πως αν χαμηλώσουν οι σκεπές τα χελιδόνια θα φτάσουν πιο γρήγορα τα όνειρά τους.
Αφού δεν είναι οι άνθρωποι , ας είναι αυτά ευτυχισμένα.

Ακόμη δεν έμαθες. Οι σκεπές δεν χτίζονται στο χώμα.

Πρόσεχε τους χειμώνες.

Κάθε Απρίλη θα είμαι το παιδάκι πάνω στις σκεπές που τους πετάει κεραμίδια.
Κάποιες φορές ίσως ζηλεύω τα χελιδόνια λίγο παραπάνω απ όσο έπρεπε.
Μη ελεγχόμενη κακία.
Δικαιολογούμαι. Πρωταπριλιά, δεν θα με μάθεις.

Πρέπει να πετάξω τη σωρό σε μια σκεπή.
Πρέπει να βρω μια σκεπή με κεραμίδια.
Μετά κόβεις τις κλωστούλες από μόνος σου.


Χωρίς εμπόδια πως θα ζήσεις και τι θα είσαι?



Και κάπως έτσι έμεινα απέξω.Έξω απο μένα. Έξω απο δω.
Δεν παραπονιέμαι.
Πρόσεχε και τα καλοκαίρια. Ο ήλιος καίει τα καλοκαίρια.
Και δαγκώνει αν δεν φοράς το μάρτη σου.


 

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Chi è?


-Και εκεί στα μαγαζιά που βγαίνετε τις Παρασκευές τι κάνετε και μένετε μέχρι τα ξημερώματα?...Χορεύετε?
-Ε, άμα λάχει.
-Που δηλαδή χορεύετε? Ανεβαίνετε στις μπάρες?
-Ναι , και καμιά φορά όταν έχει πολύ κόσμο και δεν χωράμε κρεμιόμαστε από τα ταβάνια σαν τις νυχτερίδες. Ξέχασα ν’ αναφέρω πως όταν τα ρολόγια χτυπήσουν 3.00 ,πίνουμε το αίμα αθώων μεθυσμένων περαστικών.
-Μη με δουλεύεις! Που χορεύετε?
-Εκεί
-Τι είναι εκεί? Έχει πίστα?
-Ναι, μας ρίχνουν και γαρύφαλλα και μας βάζουν λεφτά στα σουτιέν.


(Προηγήθηκε συζήτηση ρουτίνας μεταξύ Έλενας και μητέρας ράτσας Αγίου Βερνάρδου. )

Η τρέλα πολλές φορές έχει περίεργα όρια…ή τα όρια της είναι υπερβολικά περίεργα και ξεπερνούν τις δυνατότητες αντίληψής μου. Θα μου πεις…δεν είχα και ποτέ ιδιαίτερη αντίληψη. Γουστάρω να ζω στον κόσμο μου. Κι αυτό είναι που κάνω συνήθως ,υποθέτω. Και ελπίζω.

«Τι κάνεις στη ζωή σου?»
Που να ξέρω…

«Μάθε λοιπόν!»

Εύκολο να το λες
 Στην πράξη  πάντα έχανα
 Και στις πράξεις.

Ποιος είπε ότι θέλω να μάθω!?

Μισώ τα μαθηματικά. Ησυχία μου έλα πίσω! Σε τρόμαξα λίγο συγνώμη, δεν θα ξαναπαίξω βιολί τέτοια ώρα στο σκοτάδι. Κι εγώ με τρομάζω, μην ντρέπεσαι…Τι?...Ναι πες μου, ακούω.

Όλοι μου λένε ιστορίες. Κι όταν δεν τις ακούω, τις ζωντανεύουν και τις παρουσιάζουν:«Δες τι ζούμε!». Δεν με νοιάζει. Θέλω να βλέπω τις αληθινές ιστορίες, όχι τις ψεύτικες αφηγήσεις. Αληθινά ψέματα. «Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ’ ένα κοτέτσι ο φωνακλάς κόκορας…» Φούλστοπ…Μνήμη απουσιάζει, παρακαλώ καλέστε αργότερα. Το παίρνω αλλιώς

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Έλενα. Και πέθανε.The End»

Αληθινή ιστορία. Και εντελώς συμπτωματικά μοιάζει με τις ιστορίες όλων μας. Οι πιο καλοστημένες. Αρχή -τέλος. Ξέχασα τη μέση

Διόρθωσις:

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Έλενα. Και έψαχνε την Έλενα και έβρισκε την Έλενα. Και μετά την ξαναέχανε. Τα βράδια κοιμόταν ήσυχη νομίζοντας πως η Έλενα ήταν δίπλα της, αλλά η Έλενα το πρωί ξαναέφευγε. Γιατί ποτέ δεν θα την έφτανε. Τα φεγγάρια έσπαγαν τις αλυσίδες και έλιωναν τις μνήμες και τους στόχους. Γιατί η Έλενα ήταν νερό και άλλαζε μορφές συνέχεια, εξατμίζονταν και ξανάπεφτε στη γη από τα ψηλά όταν την βάραιναν οι σκέψεις. Και μετά πέθανε

Και προτού χαρακτηριστώ  καταθλιψάκιας επεξηγώ:
Thats the circle of life

Κλασικά πράγματα.
.

Όσο πιο πολλές «Έλενες» φτάνεις ενώ δραπετεύουν, τόσες φορές περισσότερο ζωντανός γίνεσαι. Για κάτι πρέπει να πασχίζουμε άλλωστε. Κυνήγι εαυτών. Καλή τύχη.

Δεν ζήτησα ποτέ έλεος από τον εαυτό μου. Κάτι ταραγμένα μόνο χρόνια έτρεχα σε τρομακτικές εκκλησίες για να εξομολογηθώ πράξεις που διέπραττα στις ψεύτικες ζωές μου. Φοβόμουν και φόβιζα. Και στα όνειρα μου έβλεπα πολύχρωμα αλογάκια και ουράνια τόξα που γινόταν λεία των  ανεξήγητα δαιμονισμένων τριγωνοψαρούληδων. Ήθελα να γίνω ινδιάνα τότε. Ίσως επειδή είχαν μακριά μαλλιά. Μικροί μου παραλογισμοί ξεχασμένων μοιρών. Ινδιάνα δεν έγινα τελικά. Για τα τέρατα των ονείρων μου όμως ακόμη αμφιβάλλω καμιά φορά. Φταίνε τα σκοτάδια στο μπαλκόνι του απέναντι σχολείου που ενώνονται με τη φαντασία μου γεννώντας απόκοσμες σκιές.

Δεν έμαθα ποτέ τι ζητάω από μένα. Κι ίσως ποτέ να μην μάθω τι πήρα στο τέλος. Έχει ο καιρός γυρίσματα. Και έχει ο χρόνος καιρούς ακόμα.
Θέλω να πω, να, ότι ποτέ δεν ήξερα τι λέω. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να μιλάν μπερδεμένα ούτως ή άλλως.

(Ντριιιιν)
-Ναι. ΠΑΡΑΤΑ ΜΑΣ!

«….για καφέ. Με την Ελευθερία είμαι
…..Όχι δεν με νοιάζει να απαντούσες, τι στο αγόρασα το κινητό!
…..ΠΑΡΑΤΑ ΜΑΣ ΣΟΥ ΛΕΩ
…..ναι οκ. Θα κάνω πάρτυ»,  και έκλεισε το τηλέφωνο.

Τότε η κοπέλα με τα βυσσινί εφαρμοστά ρούχα γύρισε στη διπλανή της.

-Κατεβαίνουμε τώρα γρήγορα. Μας περιμένει δύο στάσεις μετά.

Η άλλη, με τις ψηλές τρομακτικές μαύρες μπότες (από εκείνες που φοβάσαι πως πολλές φορές κρατούν οι δολοφόνοι αντί για στιλέτα) πανικοβλήθηκε. Πέρασε κάτω από το κάγκελο του λεωφορείου πίσω από το οποίο καθόταν. Αν και κατάφερε με στοιχειώδη επιτυχία ν’ απεγκλωβίσει την τσάντα της, το λουρί της οποίας είχε μπλεχτεί ανάμεσα στα καθίσματα, αποτυχημένα προσπάθησε να ισορροπήσει και έκανε βουτιά από την πόρτα του λεωφορείου, προς τον παππού που περίμενε να επιβιβαστεί. (Τελικά υπάρχουν και χειρότερα από τα δικά μου σαβουρδίσματα.) Η πρώτη δεν αντέδρασε. Αφού κοίταξε ερευνητικά γύρω της, αποβιβάστηκε (αισίως) και σήκωσε ήρεμα την ασφαλτοχτυπημένη. Ο παππούς επιβίωσε. Σαν να μην συνέβη τίποτα, μπήκε στο λεωφορείο, αρνούμενος ν απαντήσει στις ερωτήσεις των υπόλοιπων επιβατών («Είστε καλά κύριε?»). Όσο για μένα, κατέβηκα στην επόμενη στάση για να επιστρέψω σπίτι μου.

«(...  ) Así es la vida (…)»

Και πάντα συνεχίζεται...

ΥΓ.  Τα θερμά μου συγχαρητήρια σ’ εμένα. Μόλις ξέχασα ότι η μικρή μου ξαδέρφη θα ερχόταν σήμερα στη Θεσσαλονίκη και ήθελε να με δει. Καλό Πάσχα τώρα. Ημερήσιος συντονισμός με την πραγματικότητα απέτυχε.


Sì, la vita non dovrebbe essere così qualche volta

Θυμήσου να θυμάσαι μερικές φορές.





Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Upside down



Ξεπρόβαλλε ξαφνικά πίσω από τους τερατωδώς γεμάτους κάδους σκουπιδιών που έχουν πνίξει τις τελευταίες μέρες την πόλη. Ήταν μια συνηθισμένη Τρίτη βράδυ και αφηρημένη είχα μείνει να κοιτάζω επίμονα τις ξεσκισμένες σακούλες, αγνοώντας την δυσωδία.


« Μην στενοχωριέσαι. Όλα θα πάνε καλά. Όλα καλά θα γίνουν! Εσύ να χαμογελάς. Και οι μέρες περνούν και θα περνάν ,να το θυμάσαι.»


Ο ηλικιωμένος κύριος φορούσε ένα κόκκινο κασκόλ και έναν ξεβαμμένο μπλε μπερέ. Κουβαλούσε μαζί του μια άλλη εποχή…και δύο χάρτινες σακούλες. Γελούσε περίεργα. Και τα κουρασμένα μάτια του κοκάλωναν στον τοίχο πίσω μου, σε εκείνο το αλλοπρόσαλλο γκράφιτι με τα γιγάντια χταπόδια που διεκδικούσαν ένα χαρτονόμισμα των 5ευρώ.
Δεν συμβαίνει συχνά να μου μιλάν έτσι οι άνθρωποι στο δρόμο. Δεν συμβαίνει να μου μιλάν οι άνθρωποι στο δρόμο.
Ήταν απλά μια συνηθισμένη Τρίτη βράδυ.

«Καλά θα είμαι…
                             (Τι λέω!) Καλά είμαι!»




«Είσαι καλά?»
με ρώτησε η μαμά μου, την Τετάρτη το πρωί.

«Είναι 9 το πρωί και τρέχω να προλάβω εργασία που έπρεπε να είχα ξεκινήσει κάτι μέρες νωρίτερα. Τα μάτια μου είναι πρησμένα επειδή είμαι ξύπνια από τις 6 και κόκκινα επειδή επί ένα τέταρτο πάλευα να βάλω τους φακούς μου και όχι επειδή έχω είδος μανιοκατάθλιψης και κάνω χρήση απαγορευμένων ουσιών!»

Χρονοβόρες παρεξηγήσεις…Τραγικά φαντάσματα.
Νου της μαμάς μου σταμάτα να πηγαίνεις πάντα στο κακό! Όβερ.

Μέχρι εκεί μπορώ να κάνω κάτι. Είναι προσωπική δουλεία του καθενός να καθαρίζει τη σκέψη του.
Η Μαρία λέει:
«Βγάλε τα σκουπίδια έξω απ τη ζωή σου, πριν σε βγάλουν αυτά στο τέλος.»

Αποφεύγω τις ήττες. Προτιμώ τις πανωλεθρίες. Μπορεί ναι ανάποδα. Εγώ τους δημιουργώ τις εφιάλτες μου. Σκέψεις είναι όλα.


Λατρεμένη αντικειμενική πραγματικότητα,

καλά να περνάς εκεί που είσαι. Δεν σε φτάνω και δεν θα σε φτάσω. Μάλλον κρύβεσαι από όλους μας. Άτιμη και άδικη. Όμορφα βρώμικα παιχνίδια. Καλά κάνεις, μαζί σου είμαι. Στέλνε μόνο που και που καμία φωτογραφία σου να σε βλέπουμε πως μεγαλώνεις. Μαζί σου είμαστε

Με αγάπη, τα θύματά σου
Υποκειμενικές Μη-Πραγματικότητες.


Τα δεδομένα είναι λίγα. Οι επιλογές είναι αυτές που φτιάχνουν το παιχνίδι.

Ποιος είναι καλά στην τελική? Ποιος είναι ευτυχισμένος…ευτυχισμένος ή χαρούμενος?

Ο Άπος μου είπε χθες:

«Το ίδιο πράγμα είναι. Και άσε τους φιλοσόφους να ψάχνονται με τις χαρές και τις ευτυχίες. Απλά αυτοί δεν θα μπορέσουν να τις βρουν ποτέ. Γιατί είναι χαμένοι στη σκέψη»

«…Και για μένα δεν έγραψες στο μπλόγκ σου!»
(Ουπς)

…Και υποθέτω πως έπρεπε να τον αναφέρω. Μια ιστορία του μισο-ανήκει. Έπρεπε να αναφέρω πως εκείνο το βράδυ στην Αγίου Δημήτριου ήταν κι αυτός μαζί μου στην αναζήτηση της χαμένης τσάντας. Εγώ έψαχνα την τσάντα μου κι αυτός εμένα….όταν τρεκλίζοντας έπεφτα τελικά στο πεζοδρόμιο προκαλώντας στα πόδια μου μελανιές.

Οκ συγνώμη ντρεπόμουν! Τώρα όμως που οι μελανιές στα πόδια μου έχουν φύγει μπορώ ίσως  ν’ αναφέρω πως ήταν δίπλα μου να με συμμαζεύει και να με κρατάει για να μην διασχίζω σαν αγριοκάτσικο τους δρόμους. Είναι πρόβλημα το αλκοόλ τις Τσικνοπέμπτες. Και εκείνες τις στιγμές με μπερδεύει.

«Κόκκινο περνάμε – πράσινο σταματάμε!»

«Έλενα ανάποδα!»

Τα αυτοκίνητα στο Λονδίνο πηγαίνουν ανάποδα. Και ανάποδα έρχονται. Και τότε η Α. φώναζε συνέχεια.
«Έλενα από την άλλη μεριά!»

Θα μου λείψει η απροσεξία μου όταν την αφήσω πίσω. Μάλλον επειδή έγινε κομμάτι μου. Όχι, ήταν κομμάτι μου από παλιά. Την έχω μάθει. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μαζί μου μεγαλώνει. Κάποιες φορές γίνεται αδρεναλίνη. Άλλες φορές γίνεται τύψεις. Είναι καθρέφτες μας τα χαρακτηριστικά μας. Και αντίστροφα. Νομίζω ,δηλαδή.

Verstehst du, oder verstehst du nicht?

«Νιξ φαστέν», λέει συνέχεια η γιαγιά μου που δεν κατάφερε ποτέ να μάθει καλά γερμανικά.

Και πάντα γελάω. Πάντα θα γελάω? Κι εγω…

Νιξ φαστέν.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Και? (ΙΙ)



Επί της οθόνης…

Η κόκκινη βαλίτσα μου έμεινε πίσω. Χαιρέτησα γρήγορα την Α. και στράφηκα στην εξυπηρετική κυρία για περαιτέρω οδηγίες.

-Θα πας από εκεί, μου είπε δείχνοντας τον χώρο πίσω μου, «και θα το βρεις, είναι εύκολο»

Πολλά εύκολα, εύκολα γίνονται δύσκολα. Και έχω ταλέντο στο να χάνω και να χάνομαι. Άρχισα να τρέχω.       
«ευχαριστώ»

Έλεγχος

 «Θα μπορούσα μήπως να περάσω μπροστά? Ξέρετε πρέπει να προλάβω το αεροπλάνο μου» ,μισοφώναζα απελπισμένη. Αφού μ ‘ακούν, γιατί φωνάζω? Πρέπει ν’ αρχίζω να ελέγχω τους τόνους μου. Πρέπει ν’ αρχίσω να ελέγχω εμένα.

-Τι ώρα πετάς?
-8.45
(Κοίταξε το ρολόι της.)
-8.22, ξέρω. Άρχισα να τρέμω.
-Φυσικά! πέρασε μπροστά!
«…Και καλή τύχη»

Τους συμπαθώ πολύ τους ευγενικούς ανθρώπους. Έχουν τον τρόπο τους να είναι άνθρωποι. Οι Νεάτερνταλ είναι αυτοί που μου τη δίνουν.

Αν θέλεις να λέγεσαι κάτι , γίνε κάτι.
Και φύγε, εμποδίζεις.

Αγνώστου Ταυτότητος Γήινος Κλειστός Χώρος

Και έτρεχα. «Συγνώμη μπορείτε να φύγετε από τη μέση? Πρέπει να περάσω, βιάζομαι , αλήθεια»
-Εμποδίζω συγνώμη.
-Δεν πειράζει, ευχαριστώ.

Έμοιαζε με τα συνηθισμένα Duty-Free Shops. Αλλά δεν ήταν Shops. Έμοιαζε περισσότερο με εξωγήινο εμπορικό κέντρο. Έτσι το έβλεπα εγώ τουλάχιστον.

Ηρέμησε Έλενα, η κυρία είπε ότι είναι εύκολο να βρεις την πύλη 62
Ηρέμησε Έλενα. Γιατί την ακούω τόσο συχνά αυτή τη φράση?

Έλενα πρόσεχε.
Έλενα κοίτα.
Έλενα άκου.
Έλενα φύγε. Φύγε τρέχοντας γιατί θα μείνεις πίσω.

Έχω ένα αεροπλάνο να προλάβω.

«Με συγχωρείτε, έχω πάρει το σωστό δρόμο?»
«Νομίζω , ναι»

-Δεν βρίσκω την πύλη 62.
-Προς τα κάτω , είπε ο κύριος με το μωβ πουλόβερ δείχνοντάς μου μία ράμπα που έμοιαζε να φτάνει στα έγκατα της γης.

Έλενα συγκεντρώσου

Μ’ αρέσει να κοιτάζω τα’ αντικείμενα με τρόπους περίεργους. Μ’ αρέσει να χάνομαι στην φανταστική μου όραση, διακρίνοντας πράγματα που οι φαντασίες άλλων διακρίνουν αλλιώς.
Μ’ αρέσει να μιλάω σε αγνώστους και ν’ ακούω τις ιστορίες τους. Μ’ αρέσει να κουνιέμαι όταν μιλάω, να γράφω με ορνιθοσκαλίσματα που κανείς δεν καταλαβαίνει, να κάνω χαζές ερωτήσεις. Μ’ αρέσει να βγαίνω έξω χωρίς τα γυαλιά μου ,προσπαθώντας να μαντεύω ανθρώπινες φιγούρες. Μ ‘αρέσει να τρέχω ,να φεύγω μακριά. Θέλω να τρέξω. Πρέπει να φύγω. Το αεροπλάνο…Μη χάνεσαι.

Έλενα συγκεντρώσου.

Ο διάδρομος κάτω από την κυκλική ράμπα ήταν άδειος. Νόμιζα πως είχε εκκενωθεί για κάποιο λόγο. Θύμιζε εκείνους τους κενούς διαδρόμους που βλέπουν στις ταινίες οι άνθρωποι που χάνουν τ’ αεροπλάνα τους.



-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Φτιάχνει καινούριο και πετάει μ’ εκείνο.
-Κι αν πέσει?
-Πέφτει κι αυτός μαζί
-Κι αν πεθάνει?
-Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν σε φανταστικές πτήσεις αεροπλάνων. Υπάρχει και ο καρκίνος.



-Please tell me, what are you looking for?
-62. Δεν έβγαινε ήχος. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Δεν μπορούσα να πάρω αναπνοή. Είχα λαχανιάσει και ζαλιζόμουν. Καθάρισα γρήγορα το λαιμό μου. “Gate 62”,κατάφερα να πώ.
-Πηγαίνεις Θεσσαλονίκη λοιπόν! Από εδώ. Ίσα που προλαβαίνεις. Ηρέμησε.

Οι άνθρωποι μιλούν περίεργες γλώσσες. Είναι μια απ τις λίγες φορές που χαιρόμουν ακούγοντας ελληνικά. Θα μπορέσω να φύγω. Με περιμένει ένα σπίτι να συμμαζέψω. Πριν το ταξίδι είχα αφήσει το πτώμα ενός ποτηριού στο πάτωμα του δωματίου μου. Δεν προλάβαινα να συμμαζέψω τα θρυψαλάκια. Βιαζόμουν. Τελευταία στιγμή πάλι.

«Συνέχεια τρέχεις» ,μου είχε πει εκείνος ο περιπτεράς κάποτε. Ήταν μια από εκείνες τις μέρες  που έτρεχα να προλάβω λεωφορεία. Όλες τις μέρες.


Έχω ένα αεροπλάνο να προλάβω.

Δεν ξέρω πως λέγεται εκείνος ο χώρος του αεροδρομίου. Δεν ξέρω κιόλας αν έχει σημασία. Οι άνθρωποι κάνουν ουρά και ένας ένας επιβιβάζονται. Είμαι έτοιμη. Είμαι καλά. Είμαι κόκκινη και δεν μπορώ να πάρω αναπνοή.

-Καλά?
-Ναι, δεν προλαβαίνω το αεροπλάνο μου?
-Ναι, προλαβαίνεις το ξέρω. Είσαι καλά? Ηρέμησε.

Έλενα ηρέμησε. Πάλι.

Οι άνθρωποι στο αεροπλάνο με κοιτούσαν περίεργα. Είμαι περίεργη, δεν με ενοχλεί. Μάλλον οι άλλοι ενοχλούνται.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό. Ποτέ δεν αποφάσισα να γίνω Τειρεσίας, και δεν θα γίνω τώρα. Τα προβλήματα ξεκαθαρίζονται μπροστά μου, αλλιώς δεν ξεκαθαρίζονται καθόλου. Και σαπίζουν

Κάθομαι στη θέση μου.

Κάπου.

Δεν κατάφερα να δω την απογείωση ,καθώς προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.
Άνοιξα ένα βιβλίο, και έβαλα τα’ ακουστικά στ’ αυτιά μου. Ποτέ δεν θα κουραστώ ν’ ακούω μουσική.
Δεν πρόλαβα ν’ αποχαιρετήσω το Λονδίνο. Όχι όπως ήθελα. Όχι χωρίς τη βαλίτσα μου.

Αγαπητέ Λέμονι Σνίκετ, ελπίζω να μ’ ακούς

-Όταν κάποιος χάσει την ταυτότητά του, τι γίνεται?
-Παύει να υπάρχει

-Χρειάζομαι ταυτότητα για να βγω από το αεροπλάνο?
-Υποθέτω πως ναι.
-Ναι.

Η ταυτότητα πουθενά. Μέχρι που προσγειωθήκαμε. Η ατυχία μου δεν τελειώνει ποτέ. Ο κόσμος δεν τελειώνει ποτέ.
Νωρίτερα, αποφάσισα να αναζητήσω την ταυτότητα μου. Επί 45 λεπτά έψαχνα. Κοίταξα σε όλες τις τσέπες της τσάντας μου, στις τσέπες των καθισμάτων, κάτω από τα πόδια μου, κάτω από τα πόδια του ηλικιωμένου Άγγλου τουρίστα που καθόταν δίπλα μου ,ψάχνοντας παράλληλα τρόπους να τον κάνω να σταματήσει να μου ζητάει συγνώμη επειδή τον μετακινούσα συνέχεια

 «Im sorry»
-Εγώ να δεις.

Άντε να εξηγήσεις τώρα. Είχα ξεχάσει αγγλικά και ελληνικά από τον πανικό μου. . People are strange.

Σημείωσε: H υπερβολική ευγένεια λιώνει εγκεφαλικά κύτταρα. Να μην κάνω κατάχρησή της.

«Ελπίζω να την βρεις την ταυτότητα σου, εγώ πρέπει να κατέβω εδώ», μου είπε όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Λες και εγώ θα έμενα για πάντα εκεί.


-Κι όταν κάποιος χάσει την ταυτότητά του τι γίνεται?
-Ρωτάει το προσωπικό του αεροπλάνου αν την βρήκε.


«Εδώ είναι η ταυτότητά σας. Είμαστε εδώ για ό,τι μας χρειάζεστε.»

Μάθε να ρωτάς. Μάθε να ρωτάς και άλλες ερωτήσεις πέρα από τις συνηθισμένα ανόητες δικιές σου. Και μάθε να προσέχεις την ταυτότητά σου. Μάθε να μην χάνεις την Έλενα.

Μάθε να μαθαίνεις.

-Μα φυσικά, τα παθήματα να γίνονται μαθήματα.

Κλασική μαμά.
Κοίταξα για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη μετά από 7 μέρες. Ίσως να μου λειψε λίγο τελικά. Την Παρασκευή έχει Άδυτο μέχρι ξημερώματα. Ναι μου λειψε.


Υ.Γ

 Αγαπητή μου κόκκινη βαλίτσα,

Θα έρθεις πίσω. Τέλος οι επιπλέον διακοπές. Όχι χωρίς τη δική μου συνοδεία τουλάχιστον. Το Λονδίνο δεν είναι για μικρές ανήμπορες κόκκινες βαλίτσες, χωρίς κάρτα επιβίωσης. Μάθε το πια. Και σταμάτα να αργείς στα τσεκ ιν.


Καλή ξεκούραση.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Έχετε κάρτα επιβίωσης? (Ι)



Κάπου στο Λονδίνο

Κοιτάω το ρολόι. Ώρα 5.22. Λεωφορείο άφαντο. Περιμένουμε λοιπόν. Κρύο. Όμορφος πάγος. Γλυκιά παγωνιά που δείχνει σαν ασημόσκονη πάνω στα αντικείμενα. Λεωφορείο άφαντο. Αρρωστημένη παγωνιά. Το κρύο σου τρυπάει τα πνευμόνια. Μπορεί να φταίει και η βρογχίτιδα. Κάπου είχα βάλει τα γάντια μου…

-Τι γίνεται όταν κάποιος χάνει το αεροπλάνο του?
-Περιμένει το επόμενο.


Μικρές σαΐτες είναι οι σκέψεις. Διπλώνουν και πετάνε παντού. Προς όλους και όλα.. Για όλους και όλα.  Ξεσκίζουν εκείνους που αρνούνται να αφεθούν στα όνειρα. Μουδιάζουν τα μυαλά εκείνων που επέλεξαν να ζουν αποκλειστικά στα όνειρα. Χαϊδεύουν τα μάτια των τρελών. Παίζουν με τις φαντασίες και κρύβονται από τις λογικές. Είναι ύπουλες οι σκέψεις.

Η Α. τραγουδάει σε μια περίεργη γλώσσα.
Γιατί ποτέ μου δεν έμαθα καμία περίεργη γλώσσα?
Παύση. Κάτι ακούω.

Οι άνθρωποι μιλάνε σε περίεργες γλώσσες. Ο καθένας λέει τα δικά του και άντε να συνεννοηθείς μετά. Κουράστηκα να καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Πάει καιρός που σταμάτησα να το παίζω ψυχολόγος. Βγάλτε άκρη μόνη σας.

Κανείς δεν τους καταλαβαίνει καλύτερα απ' τα τίποτα


Ακούω το λεωφορείο. Λάθος συναγερμός. Περνάει από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Λάθος λεωφορείο. Θυμήσου πρέπει να πάρουμε το U1 που κατεβαίνει προς το κέντρο του Uxbridge.

Θυμήσου να προλάβεις το αεροπλάνο.
Θυμήσου να σκεφτείς
Θυμήσου να ζήσεις.
Διάβασα κάποτε… “Know happiness

Τελικά μόνο να με προστάζω είμαι ικανή. Χωρίς ποτέ να με υπακούω. Η μάχη πάντα ίση. Δεν τελειώνει. Ποτέ δεν θα νικήσω .Ποτέ δεν θα με νικήσεις.

Δεν κατάλαβα πως.Ανέβηκα στο λεωφορείο που επιτέλους είχε φτάσει. Δικός μου ο  κόσμος. Νοητά ζωγράφιζα τις σκέψεις μου στα παράθυρα. Θα έμοιαζαν με σκουριασμένα αεροπλάνα αν είχαν μορφή. Ήχο δεν θα είχανε ποτέ, το ήξερα. Γλυκιά κακοτυχία.



Underground station


Μόλις χάσαμε το πρώτο τρένο. Με το δεύτερο λοιπόν. Γίνονται έργα στη Metropolitan τα Σάββατα και πρέπει να κατέβουμε στην Rayer s Lane για ν’ αλλάξουμε τρένο. Το Gatwick είναι μακριά. Πολύ μακριά.

Οι άνθρωποι προτιμούν να στέκονται μακριά. Φοβούνται μήπως γλιστρήσουν στις τύψεις τους. Κι εγώ.

Αλλαγή τρένου. Από ποια μεριά περνάει? Μπερδεμένο Λονδίνο.

6:13, δεν προλαβαίνω 
Η γραμμή Picadilly δεν έχει θέρμανση. Βρήκα τα γάντια μου. Και ξημερώνει. Γιατί έχω τόσο καιρό να δω ηλιοβασίλεμα?

Θυμήσου: Να ξυπνάς νωρίτερα τα πρωινά. Και κόψε τους πολλούς καφέδες. Η μαμά λέει σου φέρνουν υπερένταση. Δεν έχει άδικο.
                                                            Δεν έχει δίκιο.

Η φωνή στο μικρόφωνο…

Ατυχία. Η γραμμή σήμερα θα τερματίσει στην στάση Acton Town. Έχουν Ολυμπιακούς αγώνες του χρόνου οι Λονδρέζοι. Το μετρό χρειάζεται επισκευές…

Ποτέ δεν κατάφερα να επισκευάσω τα όνειρά μου
Μου άρεσε να τα βλέπω κουτσά να σκοντάφτουν στους ασφαλτόδρομους και να σπάνε τα κρανία τους. Τόσο ανακουφιστικός ο ήχος της καταστροφής μερικές φορές.

Μην προσπαθήσεις άλλο. Τα όνειρα αυτοκτονούν.
Αγαπημένη ματαιότητα.

Και έχει κρύο.

District Line

Tο φοβάμαι τ’ όνομά της. Φοβάμαι πάντα τα ονόματα των πραγμάτων που δεν έμαθα καλά να συλλαβίζω.

Στην ορθογραφία ήμουν καλή πάντα. Μόνο κάποιες λέξεις με μπερδεύουν. Και αρχίζω και ξεχνάω.

Αγαπητέ Λέμονι Σνίκετ,

Κατάφερα να γίνω πιο άτυχη από τους χαρακτήρες σου και δεν χρειάστηκε καν να εισβάλω σε δωμάτια με γιγάντια θανάσιμα ερπετά και να βουτήξω σε λίμνες με απόκοσμα πλάσματα που σου ρουφάνε το αίμα.

Gatwick express

Το εξπρές περίμενε ένα τέταρτο πριν ξεκινήσει. Κι εμείς μαζί του. Bad Timing πάντα.

Ξέρω από αυτά. Συνήθισα πολύ καλά να με μισούν οι συγκυρίες . Θέλω να τρέξω. Ο ήλιος με τυφλώνει. Τον ξέχασα τον ήλιο.



-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Δεν ξέρω



Gatwick airport

Είσοδος


Είχα ξεχάσει τα τρενάκια φαντάσματα. 5 λεπτά εκεί. Και άλλα 5 μέχρι το check in.

-Μπαμπά τι γίνεται αν δεν προλάβω το check in?
-Σε ξένη χώρα είσαι , δεν ξέρω.

Σε ξένες χώρες ζω μονίμως. Πλέον αδυνατώ να ξεχωρίσω το ξένο με το οικείο. Μίξεις χρωμάτων .Μπερδεμένοι εαυτοί. Έτσι είναι η Έλενα.Ξέρεις.


Check In

Επιτέλους…προ του τέλους.

-Με συγχωρείτε, το Check In έχει κλείσει
-Πτήση για Ελλάδα?
-Ναι.
-Μην ανησυχείτε θα το τακτοποιήσουμε αρκεί να βρείτε έναν υπεύθυνο.

Εγώ είμαι υπεύθυνη
Είμαι? Πόσες φορές παρέλειψα απλώς να αναλάβω ευθύνες? Πόσες ακόμη τις μεταμφίεσα για να ξεφύγουν διακριτικά μακριά μου.

Είμαι υπεύθυνη?

« -Ανεύθυνο πλάσμα, σταμάτα να γκρεμίζεις τα πάντα γύρω σου, δεν με λυπάσαι? Λίγη προσοχή, λίγος σεβασμός σ’ εμένα που συμμαζεύω ο, τι καταστρέφεις!»

Την λυπάμαι κάποιες φορές τη μαμά μου.
Λίγη προσοχή- αυτό είν’ όλο?

Όλοι από κάτι λίγο ζητάνε.
Και τα κάτι λίγο γίνονται πολλά. Γίνονται αστέρια και δεν μετριούνται. Πόσα ακόμα?

18.
Δεκαοκτώ χρόνια έχω ζήσει μέχρι τώρα. Πόσα ακόμα?

-Όλα εντάξει. Μπορείτε τώρα να επιβιβαστείτε.No worries.

Κρατούσα την κόκκινη βαλίτσα.

-…χωρίς αποσκευές, συνέχισε με γλυκιά φωνή η εξυπηρετική υπάλληλος.
«Είναι πολύ αργά για τις αποσκευές σας» εξήγησε.

Είναι πολύ αργά.
Μην κοιμηθείς ακόμα, έχεις να προλάβεις ένα αεροπλάνο.

Είχα σοκαριστεί. Την κοιτούσα με γουρλωμένα μάτια. Η κόκκινη βαλίτσα μου λοιπόν θα έμενε πίσω. Βρες δικαιολογίες τώρα. Όχι, βρες το αεροπλάνο.

-Θα ανεβείτε κυρία μου τελικά στο αεροπλάνο?
-Νννν…ναι ασφαλώς!
Δεν μπορούσα να αρθρώσω εύκολα τις λέξεις. Μπορεί να φταίνε και τα αγγλικά μου.




-Τι γίνεται όταν κάποιος χάσει το αεροπλάνο του?
-Μένει πίσω.




«Εγώ είμαι υπεύθυνη»


(…)

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

0%




Θέλοντας και μη, εγκλωβισμένη τα άκουσα.
Έχουμε και λέμε…

«Ρε συ πεινάω» είπε το κορίτσι με το φωσφοριζέ μπουφάν, ενώ περπατούσε δίπλα στην γυναίκα ντισκόμπαλα την Παρασκευή το βράδυ ,κλείνοντας μου και οι δύο το δρόμο.

Προσωπική σημείωση: Οι άνθρωποι περπατούν πολύ αργά τις Παρασκευές τα βράδια

(Η ντισκόμπαλα)
-Γιατί δεν έφαγες?
-Έφαγα. Μια μακαρονάδα και 2 κουταλιές μερέντα
-Ρε μην φας άλλο…γαμιέται η μερέντα
-Γιατί η μακαρονάδα στις 2 το βράδυ δεν γαμιέται? (νευριασμένη…) Όλα γαμιούνται εκτός από μένα!

Η φωσφορούχα δεν μιλούσε. Σταμάτησε να περπατάει και κοιτούσε τη φίλη της με ανοιχτό το στόμα. Σταμάτησε να περπατάει και εκείνη. Βρήκα έτσι την ευκαιρία να τις προσπεράσω για να συνεχίσω το δρόμο μου. Ίσα που πρόλαβα ν’ ακούσω τον λυγμό της «πεινασμένης».

Οι άνθρωποι κλαίνε για περίεργα πράγματα.


Δεν μπορούσα να γελάσω θα με καταλάβαιναν
Σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω μια λέξη που λατρεύει αγαπητός φίλος που σπουδάζει στα ξένα…

«παράνοια»

Παρανοϊκά ανθρωπάκια.
Και το λογικό ποτέ δεν καθορίζεται.


Πάντα ήθελα να μάθω .Να δω.

                                                  «Τι είναι λογική?»

 Και συνέχεια ρωτούσα. Ρωτούσα τους πάντες .Ενοχλώ συχνά φίλους, γνωστούς και αγνώστους με άκυρες ερωτήσεις.
Και μια μέρα ο Θοδωρής μου απάντησε κάπως έτσι…

-Δεν ξέρω. Αν ήξερα ,εγώ ή οποιοσδήποτε, πιστεύεις ότι οι άνθρωποι τόσο ωραία θα συνέχιζαν να πήζουν στα σκατά ? Δες το και σε προσωπικό επίπεδο. Όλοι παράλογοι είμαστε. Αν ξέραμε από λογική θα ήμασταν ωραία ρομποτάκια. Έν δυό, έν δυό, και να σου τα ψεύτικα χαμόγελα. Ευτυχισμένοι όλοι μας! Ίδιοι όλοι μας. Και πεθαμένοι…

«Το παράλογο είναι που σε κάνει ζωντανή»,»Αν δεν φτάσεις στον πάτο, πώς θα ξέρεις που είναι η κορυφή?»

Εμείς τους ζωγραφίζουμε τους χάρτες μας για την κορυφή του βουνού. Και εμείς σχεδιάζουμε και το βουνό. Κάποιοι δεν διστάζουν να βάλουν μπόλικο καφέ χρώμα στους χάρτες τους-μπόλικα υψώματα-στόχους που όταν εκπληρώνονται επιτυχώς, τους κάνουν να χαμογελούν. Όταν αποτυχαίνουν ,είναι μια άλλη ιστορία…

Άλλοι προτίμησαν τα πράσινα. Πράσινες πεδιάδες, που άλλοτε μαγεύουν τους ψεύτικους χάρτες με την ομορφιά τους και τους ζωντανεύουν. Ανθίζουν και πλανεύουν τους επίδοξους δημιουργούς τους. Έτσι επαναπαυόμαστε. Και ξεχνάμε. Μας ξεχνάμε πίσω.
Δεν είναι όμως πάντα κακή η στασιμότητα.

                                                            Ξεκουράσου. Λίγο ακόμα…
Μόνο λίγο.

Πολλές είναι οι θάλασσες…

Το μπλε είναι για τους άλλους, τους μυστήριους, που κολυμπάνε στα βαθιά νερά. Δεν τους ξέρω. Ποτέ δεν τους έμαθα.
Και χαίρομαι. Δεν θέλω να τους μάθω. Οι επίδοξοι μυστήριοι είναι ψεύτες. Κάτω από το μπλε των ποταμών τους κρύβεται το άψυχο χρώμα της νεκρής άμμου. Της άμμου που χρόνια στηρίζει τις φανταστικές για τον εαυτό τους εικόνες και κρύβει καλά τα πτώματα των ψυχών που δολοφόνησαν  για να μην πνιγούν οι ίδιοι. Οι πολλοί εαυτοί τους βράζουν βίαια μέσα στους χάρτινους κόσμους τους ,και στο τέλος τους καίνε. Καίγονται ζωντανοί από τους ίδιους τους καθρέφτες τους.

Τα ποτάμια δεν αναρριχώνται στα βουνά. Πάντα κατεβαίνουν

Αλλά εγώ είμαι παράλογη, δεν πρέπει να μιλάω για τους ανθρώπους με τους μπλε χάρτες. Και όταν μιλάω δεν θα μ ‘ακούν. Είναι απασχολημένοι κυνηγώντας μηδαμινούς θησαυρούς και φουσκώνοντας τρύπια σωσίβια.

Δεν επιπλέουν

 Άκουσα.

Το θηλυκό του είδους των  εντόμων που ονομάζεται mentis (στην θρησκευόμενη Ελλάδα το αποκαλούμε αλογάκι της παναγίας), συνηθίζει να τρώει το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα.

Λογική της επιβίωσης.
Πόσο λογική?

Ένας φίλος μόλις το άκουσε μου είπε… «Αυτά κάνετε και εσείς οι ανθρώπινες γυναίκες. Μεταφορικά»

Αναμφίβολα… «Λογική του πληγωμένου», σκέφτηκα.
Πολύ λογική, μόνο δική του.

Η Μαρία άρχισε να κλαίει.

Λογική του ευαίσθητου.
Συναισθηματικά λογική

Δεν μαθαίνουμε ο ένας απ τον άλλον. Απλά μαζί εξελισσόμαστε και ο καθένας κάνει τα δικά του

Μπορείς να τρέξεις δυτικά, δεν θ’ ακολουθήσω, κατευθύνομαι βόρεια.

Κυνηγητό παίζαμε όταν ήμασταν παιδάκια. Τώρα μόνοι μας. Κανείς δεν τρέχει για να τον κυνηγήσεις. Κυνηγάμε πλέον όνειρα και άφταστες παράλογες μικρές χώρες. Μικρές σκέψεις. Όπως κάνουν οι μεγάλοι

Φτιάξε δικό σου χάρτη. Δεν δανείζω πουθενά τον δικό μου.

Πολλοί είμαστε. Δεν ξέρουμε. Και οι λογικές μας είναι τα τίποτα, μπροστά στις αντίστοιχες των άλλων

Κουραστήκαμε
Οι λογικές των ηλιθίων. 
                     Ελαφριές
 Ανθρώπινες.